ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Άποψη: Αποφασισμένη στρατηγική πολιτική στόχευση για την επόμενη μέρα

apopsi-apofasismeni-stratigiki-politiki-stocheysi-gia-tin-epomeni-mera-561084871

Με αφορμή τη δημοσιοποίηση των πρώτων ευρημάτων της έκθεσης της λεγόμενης επιτροπής Πισσαρίδη που αφορά ένα πλέγμα αλληλοσυνδεόμενων αναπτυξιακών δράσεων οφείλει κανείς να προβεί και να προσθέσει επ’ αυτής δύο (2) βασικές επισημάνσεις: 

Πρώτον, αποτελεί βασική αρχή της διοικητικής επιστήμης ότι ο καθορισμός στόχων και αναπτυξιακών προτεραιοτήτων που έχουν σημείο αναφοράς, στη συγκεκριμένη περίπτωση την ελληνική οικονομία, έχει νόημα αν προηγουμένως για την επίτευξη των προτεινόμενων στόχων και προτεραιοτήτων έχουν προς τούτο διασφαλιστεί τόσο οι απαραίτητοι πόροι όσο και τα μέσα που θα συνδράμουν τα μέγιστα στην επίτευξη αυτών των στόχων. Για του λόγου το ασφαλές, προκύπτουν για παράδειγμα ερωτήματα για τη συμβολή της δημόσιας διοίκησης, της γραφειοκρατίας και της εν γένει κρατικής οντότητας στην απλούστευση διαδικασιών που σχετίζονται με την έναρξη μιας νέας επιχείρησης ή ακόμα για την ταχύτητα συμβασιοποίησης και υλοποίησης έργων στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ αλλά και για την ταχύτητα απονομής Δικαιοσύνης που έχει να κάνει με την προσέλκυση ξένων επενδυτών (σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του Doing Business 2020, η εκδίκαση υποθέσεων σε πρωτοβάθμιο υπερβαίνει τα 3 χρόνια). Επιπλέον, για την επιλογή των δεξιοτήτων εκείνων που έχει ανάγκη η αγορά ώστε να διαμορφωθούν αντίστοιχα προγράμματα εκπαίδευσης και κατάρτισης που θα επιτρέψουν στη συνέχεια την κινητικότητα εργαζομένων ανάμεσα σε επιχειρήσεις και κλάδους. Επίσης, ερωτήματα περί του ακριβούς προσδιορισμού της έννοιας μετασχηματισμού της μεταποιητικής οικονομίας ως παράγοντα αύξησης του εθνικού πλούτου μέσα από συγκεκριμένες κλαδικές πολιτικές και εκλογίκευση σύνθεσης μείγματος προϊόντων που έχει απήχηση στις διεθνείς αγορές.

Αλλά και περί του ψηφιακού μετασχηματισμού των επιχειρήσεων, της καινοτομίας και των νέων τεχνολογιών που περικλείουν την κρίσιμη εκείνη μάζα των επιχειρήσεων που εμφανίζουν προσαρμοστικότητα στην ενσωμάτωση αυτού του νέου περιβάλλοντος που πρέπει στο εξής να λειτουργούν. Με άλλα λόγια, η απάντηση στα ερωτήματα «πού θέλουμε να πάμε;», «τι θέλουμε να κάνουμε;», είναι σε απόλυτη συνάρτηση αλλά και προϋπόθεση ξεκάθαρων απαντήσεων που έχουν να κάνουν με το πώς, με ποιους και πότε.

Δεύτερον, όσον αφορά τα κυρίαρχα δομικά προβλήματα που πλειστάκις συνοδοιπορούν και συνοδεύουν την πορεία της οικονομίας μας τα τελευταία 30 χρόνια, αυτά χρειάζονται μόνο ένα πράγμα: θαρραλέα πολιτική βούληση και γενναίες πολιτικές αποφάσεις.

Με πρώτο από αυτά τη δυσκολία προσανατολισμού της οικονομίας στα διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα είτε premium μοναδικής ποιότητας, ή καινοτομικής ιδιαιτερότητας και τεχνολογικής σύνθεσης υψηλής υπεροχής, είτε προϊόντα μεταποιητικής παραγωγής και ελληνικής προέλευσης που στοιχειοθετούν τον καμβά και αναδεικνύουν τη γνησιότητα και αυθεντικότητα του ελληνικού branding. Τα διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα και υπηρεσίες είναι υψηλής προστιθέμενης αξίας και δύνανται να αναμετρηθούν επάξια στις διεθνείς αγορές με αντίστοιχα άλλα ανταγωνιστικά προϊόντα από άλλες χώρες.

Δευτερευόντως, ο κλειστός χαρακτήρας της οικονομίας με κλειστές και προστατευόμενες αγορές που νοθεύει την ελεύθερη λειτουργία του ανταγωνισμού. Ως εκ τούτου, είναι δύσκολο να αντιστραφεί η χαμηλή ένταση ανταγωνισμού που παρατηρείται σήμερα αν δεν παρέμβει το κράτος στο άνοιγμα πολλών κλειστών και ημίκλειστων αγορών. Αλλά και το μικρό μέγεθος πολλών επιχειρήσεων που αποτελούν το 98% του συνόλου των επιχειρήσεων συνιστά δύσκολο σταυρόλεξο για επίδοξους λύτες, καθώς ένα μεγάλο «κομμάτι» αυτής της επιχειρηματικότητας ούτε καν έχει σχέση με τα δημιουργικά, ευφάνταστα, καινοτόμα, φιλόδοξα και οραματικά συστατικά του σύγχρονου «επιχειρείν», αντίθετα αποτελεί για κάποιους αναγκαστική επιλογή απόγνωσης, προερχόμενης από δυσκολία εύρεσης άλλης εναλλακτικής εργασίας. Με απλά λόγια, αυτό σημαίνει το εξής: επειδή δεν βρίσκει κάποιος εργασία, προβαίνει στην ίδρυση και δημιουργία επιχείρησης και τις περισσότερες φορές δίχως καν να έχει συσχετίσει την αξιολόγηση και κάλυψη των τυχόν αναγκών μέσω έρευνας αγοράς που στη συνέχεια θα έρθει η επιχείρηση και θα καλύψει αυτές τις ανάγκες με συγκεκριμένα προϊόντα!! Αποτέλεσμα αυτού είναι ο υπερκορεσμός πολλών ομοειδών επιχειρήσεων συγκεντρωμένων σε γεωγραφικές περιοχές, δίχως βέβαια ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που σε σύντομο χρονικό διάστημα είναι βέβαιο ότι θα οδηγηθούν σε κλείσιμο.

Βεβαίως η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα υπάρχει και σε άλλες χώρες και ανθεί. Υπό άλλες, λοιπόν, συνθήκες και στη δική μας χώρα θα μπορούσε να διαδραματίσει σπουδαίο ρόλο στο σύγχρονο επιχειρείν αν αυτή συνδεόταν με έξυπνα, υψηλής τεχνολογίας, πρότυπα προϊόντα μαζί και με τα χαρακτηριστικά ευκολίας και εξυπηρέτησης στον πελάτη ή επίσης μέσω ανάπτυξης στρατηγικών συνεργασιών με άλλες μεγαλύτερες επιχειρήσεις λειτουργώντας ως αυτόνομα business units και κέντρα κερδοφορίας που θα αναλάμβαναν ρόλο μεταποιητικής παραγωγής υποπροϊόντων, δραστηριοτήτων logistics, συνεισφοράς στην κάλυψη της αγοράς μέσω νέων σημείων προώθησης πωλήσεων κ.ά.

Στην άσκηση αναδιανεμητικής πολιτικής από πλευράς κράτους η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα έχει να παίξει σημαντικό ρόλο, καθώς θα απομείωνε την εξάρτηση από μονοθεματικούς τομείς της οικονομίας π.χ. τουρισμός, εμπόριο, αν βεβαίως σε αυτό συνέβαλε και το τραπεζικό σύστημα μέσω δανεισμού και μικροπιστώσεων σε έξυπνες, προοπτικά στοχευμένες μικροεπιχειρηματικές δράσεις.

Η εμπειρία, πάντως, της πραγματικής οικονομίας αποφαίνεται ότι έχουμε κυριολεκτικά «χορτάσει» από ασκήσεις επί χάρτου και σχέδια επί σχεδίων που απολήγουν ανεκπλήρωτοι πόθοι.

Αυτό που λείπει δεν είναι το Σχέδιο, αλλά η αποφασισμένη πολιτική στρατηγική στόχευση που θα πρέπει να υπερκεράσει τον «Γολγοθά» της ανεπαρκούς δημόσιας διοίκησης και να το υλοποιήσει μέσα από δύο (2) αυστηρές προϋποθέσεις: αφενός, θέτοντας οριοθετημένους, ξεκάθαρους στόχους με χρονοδεσμεύσεις ολοκλήρωσης της κάθε φάσης έργου και αφετέρου, υιοθετώντας διαδικασίες σκληρής εποπτικής και ελεγκτικής δουλειάς με διοικητικές ποινές σε περιπτώσεις εκτροπής και χρονολογικής ασυνέπειας επίτευξης των προτιθέμενων στόχων. Αν τηρούνταν αυτοί οι όροι, δεν θα καθυστερούσε υλοποίηση του ΕΣΠΑ 2014-2020 που αγγίζει περίπου τα 11 δισ., δεν θα καθυστερούσε η υλοποίηση ώριμων επενδυτικών σχεδίων κ.ά.

Επιπρόσθετα, καλόν είναι κατά το επιτυχημένο πρότυπο διαχείρισης και ενημέρωσης της υγειονομικής επιτροπής για την COVID-19 που πιστώνεται στη διακυβέρνηση Μητσοτάκη να υπάρξει αντίστοιχη ενημέρωση και λογοδοσία στα «μάτια» της κοινωνίας και του ελληνικού λαού ως προς τη συνετή διαχείριση της διαδικασίας διοχέτευσης και ροής χρήματος για αξιοποίηση σε επενδυτικά projects, στο σύστημα υγείας, στην εκπαίδευση ή σε ευπαθείς και ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. 
 
* Ο κ. Αντώνης Ζαΐρης είναι αναπλ. αντιπρόεδρος του ΣΕΛΠΕ και επίκουρος καθηγητής Διοίκησης Επιχειρήσεων 
του Παν. Νεάπολις στην Κύπρο.