ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Διεύρυνση χάσματος Βορρά – Νότου στην Ευρώπη

Η συρρίκνωση των αφίξεων ξένων τουριστών στην Ισπανία οδήγησε την οικονομία της χώρας σε πολύ μεγάλη ύφεση της τάξης του 22%, όταν στο ίδιο διάστημα η βιομηχανική Γερμανία γνώριζε ύφεση 12% λόγω κάμψης των εξαγωγών.

Το καταγεγραμμένο προ πολλού χάσμα ανάμεσα στον πλούσιο βιομηχανικό Βορρά της Ευρώπης και τον λιγότερο ανεπτυγμένο και υπερχρεωμένο Νότο διευρύνεται περαιτέρω ως συνεπακόλουθο της πανδημίας. Οι οικονομίες των χωρών του Βορρά ανακάμπτουν σαφώς ταχύτερα από εκείνες του Νότου που είναι πολύ πιο εξαρτημένες από τον πληγέντα κλάδο του τουρισμού. Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα των δύο γεωγραφικών ζωνών η Γερμανία αφενός και η Ισπανία αφετέρου.

Σχετικό ρεπορτάζ των Financial Times επισημαίνει πως προτού η πανδημία πλήξει την Ευρώπη, η Ισπανία αναπτυσσόταν με υψηλότερο ρυθμό από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Η Γερμανία, αντιθέτως, βρισκόταν στα πρόθυρα ύφεσης με τον ρυθμό ανάπτυξης να επιβραδύνεται για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης είναι σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από τις εξαγωγές της που είχαν δεχθεί πλήγμα ακολουθώντας την πτώση του παγκόσμιου εμπορίου. Παράλληλα, η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία βρισκόταν υπό συνεχή πίεση στην προσπάθειά της να συνδυάσει τη στροφή στα ηλεκτροκίνητα οχήματα και την κατά το δυνατόν προσαρμογή των συμβατικών στην απαίτηση για μειωμένους ρύπους.

Το πλήγμα ήταν όμως βαθύτερο για την Ισπανία, όταν άρχισε να μεταδίδεται η πανδημία του κορωνοϊού σε όλη την Ευρώπη. Η πτώση του τουρισμού οδήγησε την ισπανική οικονομία σε συρρίκνωση 22% όταν στο ίδιο διάστημα η βιομηχανική Γερμανία γνώριζε ύφεση 12%. Η ανάκαμψη λειτουργεί με διαφορετικούς μηχανισμούς. Από τον Μάιο, οπότε άρχισε η άρση των περιοριστικών μέτρων, οι λιανικές πωλήσεις ανέκαμψαν στη Γερμανία και όχι μόνον επανήλθαν στα προ της πανδημίας επίπεδα, αλλά τα υπερέβησαν. 
Στην Ισπανία, αντιθέτως, παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα. Μία από τις αιτίες της κακοδαιμονίας της είναι η ένταση με την οποία έπληξε η πανδημία τη χώρα της Ιβηρικής στη διάρκεια του Μαρτίου και του Απριλίου, αλλά και η ταχύτητα με την οποία πολλαπλασιάζονται τα κρούσματα μερικούς μήνες αργότερα. Ετσι, η Ισπανία αναγκάστηκε να επιβάλει ολοκληρωτική και πιο παρατεταμένη αναστολή κάθε οικονομικής δραστηριότητας σε σύγκριση με τη Γερμανία. Και επιπλέον καθοριστικός παράγοντας η μεγάλη εξάρτηση της οικονομίας της από τον τουρισμό. 

Η Ισπανία αντιμετωπίζει, όμως, και άλλα διαρθρωτικά προβλήματα, καθώς είναι δυσλειτουργική η αγορά εργασίας, με την ανεργία των νέων να υπερβαίνει το 40% και μεγάλη μερίδα των μικρών επιχειρήσεών της να μη διαθέτει τα απαιτούμενα κεφάλαια για να αντιπαρέλθουν την κρίση. Το χειρότερο όλων είναι πως η ανατίμηση του ευρώ θα πλήξει μεν την ανταγωνιστικότητα των γερμανικών εξαγωγών, αλλά θα πλήξει χειρότερα και τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου. 

Αυτή είναι τουλάχιστον η εκτίμηση του Μέλβιν Κράους, στελέχους του Ινστιτούτου Χούβερ στο Πανεπιστήμιο Stanford, που επισημαίνει πως οι εξαγωγικές χώρες του ευρωπαϊκού Νότου θα πληγούν περισσότερο επειδή είναι πιο ευάλωτες σε τυχόν αλλαγές τιμών.

Ως εκ τούτου, η Κομισιόν προβλέπει πως η οικονομία της Ισπανίας θα συρρικνωθεί κατά 10,9% φέτος, ενώ η ύφεση στη Γερμανία θα περιοριστεί στο 6,3%. Η κρίση αναμένεται, άλλωστε, να επιδεινώσει τη δημοσιονομική θέση της Ισπανίας οδηγώντας το χρέος της από το 96,5% του ΑΕΠ στο οποίο βρισκόταν πέρυσι, στο 128,7% μέχρι το 2022, σύμφωνα με εκτιμήσεις της κεντρικής τράπεζας. Και βέβαια η Γερμανία βρίσκεται στον αντίποδα από δημοσιονομικής απόψεως. Επειτα από πολλά χρόνια δημοσιονομικού πλεονάσματος, φέτος θα παρουσιάσει έλλειμμα και το χρέος της θα φτάσει, σύμφωνα με την Bundesbank, στο 75% του ΑΕΠ της.

Οικονομολόγοι και οικονομικοί αναλυτές προειδοποιούν πως αυτή η ανάκαμψη δύο ταχυτήτων πρόκειται να οξύνει περαιτέρω τις εντάσεις στις χρηματαγορές, να υποδαυλίσει τις πολιτικές κρίσεις και να περιπλέξει τα πράγματα για όσους χαράσσουν πολιτική στις Βρυξέλλες και στη Φρανκφούρτη.

Οπως τονίζει η Λένα Κομίλεβα, οικονομολόγος στην G+Economics, «η πανδημία έχει διευρύνει τις διαρθρωτικές αποκλίσεις ανάμεσα στον Βορρά και τον Νότο της Ευρωζώνης, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνει τη χάραξη ενιαίας νομισματικής πολιτικής για το σύνολο της περιοχής». 

Εως τώρα η ΕΚΤ έχει αποφύγει μια επανάληψη της κρίσης χρέους που έφερε την Ευρωζώνη στα σύνορα της διάσπασης το 2012. Το έχει καταφέρει αγοράζοντας συνεχώς κρατικά ομόλογα και διοχετεύοντας, έτσι, τρισεκατομμύρια ευρώ στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, με αποτέλεσμα να διατηρεί το κόστος του δανεισμού σε χαμηλά επίπεδα. Οπως, όμως, τονίζει η κ. Κομίλεβα, «αν δεν θέλουμε να καταλήξει το μισό κρατικό χρέος της Ευρωζώνης στα χέρια της ΕΚΤ, πρέπει να διευθετήσουμε το πρόβλημα αυτής της απόκλισης ανάμεσα στον Βορρά και τον Νότο».

Στο θέμα αναφέρθηκε την περασμένη εβδομάδα και η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, αλλά δήλωσε αισιόδοξη πως θα βοηθήσει το Ταμείο Ανάκαμψης των 750 δισ. ευρώ.