ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΤτΕ: Υφεση 7,5% φέτος, ανάπτυξη 5,6% το 2021

Στην αναθεώρηση των εκτιμήσεων για την ύφεση φέτος προχώρησε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γ. Στουρνάρας σε εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών.

Η αύξηση των αποταμιεύσεων λόγω της αβεβαιότητας δημιουργεί προϋ-ποθέσεις μακροπρόθεσμης στασιμότητας, τόνισε ο διοικητής της ΤτΕ Γ. Στουρνάρας, επισημαίνοντας ότι αυτό πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία.

Στην αναθεώρηση των εκτιμήσεων για την ύφεση φέτος προχώρησε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γ. Στουρνάρας σε εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών. Οπως είπε ο κ. Στουρνάρας, η τρέχουσα πρόβλεψη της ΤτΕ για την Ελλάδα είναι συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 7,5% στο βασικό σενάριο έναντι προηγούμενης πρόβλεψης 5,8%, με το δυσμενές σενάριο να παραμένει στο -9,4% σε συνάρτηση με τις εξελίξεις στο μέτωπο της πανδημίας.

Ενα κοινό χαρακτηριστικό σε όλες τις οικονομίες είναι η αύξηση των αποταμιεύσεων νοικοκυριών και επιχειρήσεων είτε λόγω μη δυνατότητας κατανάλωσης (λόγω lockdown ή/και άλλων περιορισμών, π.χ. ταξίδια) είτε για λόγους προληπτικούς. 

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί προϋποθέσεις μακροπρόθεσμης στασιμότητας, τόνισε ο Γιάννης Στουρνάρας, επισημαίνοντας ότι αυτό πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία, μέσω της κατάλληλης χρήσης δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής αλλά και των κατάλληλων παρεμβάσεων στο τραπεζικό σύστημα.

Επισήμανε ότι η επίδοση της ελληνικής οικονομίας το πρώτο εξάμηνο (ύφεση 7,9%) είναι καλύτερη από τον μέσο όρο της Ε.Ε. (9%). Απέδωσε την εξέλιξη στον έλεγχο της πανδημίας στην πρώτη φάση και ενδεχομένως στο ότι η επίπτωση από το lockdown ήταν μικρότερη απ’ ό,τι σε άλλες χώρες.

Το πρωτογενές έλλειμμα στον φετινό προϋπολογισμό εκτιμάται στο 6% του ΑΕΠ ενώ το δημόσιο χρέος αναμένεται να ξεπεράσει οριακά το 200% του ΑΕΠ, χωρίς να εγείρονται προβληματισμοί μεσοπρόθεσμης βιωσιμότητας.

Για το 2021 αναμένεται σημαντική ανάκαμψη της τάξης του 5,6% στο βασικό σενάριο. Σημαντικός παράγων που θα καθορίσει τις εξελίξεις είναι η παρατηρούμενη αύξηση της αποταμίευσης και πότε αυτή θα μετατραπεί σε καταναλωτική ή επενδυτική δαπάνη. Σε ό,τι αφορά την επίπτωση των πόρων του Ταμείου Ανάπτυξης, η TτE υπολογίζει ότι θα φτάσει το 1,9% του ΑΕΠ κατ’ έτος. 
Τράπεζες

Οι συνθήκες ρευστότητας παραμένουν πολύ θετικές, με σημαντική αύξηση των καταθέσεων. Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στον όγκο των μη εξυπηρετούμενων δανείων, τα οποία ανέρχονται σε 60 δισ. ευρώ σύμφωνα με στοιχεία α΄ εξαμήνου 2020 και στον κίνδυνο αύξησής τους μετά το τέλος των moratoria, που μπορεί να αποφευχθεί εφόσον οι τράπεζες αναλάβουν εγκαίρως τις απαραίτητες προβλέψεις. 

Η εφαρμογή του σχεδίου «Ηρακλής», όπως είπε ο κ. Στουρνάρας, έχει πολύ θετικά αποτελέσματα, αλλά δεν επαρκεί από μόνο του, σημειώνοντας ότι απαιτείται και συμπληρωματική λύση που αντιμετωπίζει ταυτόχρονα και τα δύο προβλήματα. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει προετοιμάσει μια λύση η οποία στηρίζεται σε μια εταιρεία διαχείρισης ενεργητικού στην οποία θα μεταφερθούν, σε εθελοντική βάση, αρχικά στη λογιστική τους αξία, τα κόκκινα δάνεια που θα περισσέψουν μετά την εφαρμογή του σχεδίου «Ηρακλής» στις τράπεζες, καθώς και αυτά που θα δημιουργηθούν από την πανδημία, τα οποία υπολογίζονται σε περίπου 8-10 δισ. ευρώ. 

Το σύνολο των δύο αυτών κατηγοριών μη εξυπηρετούμενων δανείων εκτιμάται σε 40-45 δισ. ευρώ περίπου. Σύμφωνα με την ΤτΕ, προβλέπεται σταδιακή απορρόφηση των ζημιών των τραπεζών σε ικανό βάθος χρόνου, ενώ η αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση θα ενεργοποιείται όταν παρουσιάζονται ζημιές. Το σχέδιο αναμένεται να κατατεθεί στην κυβέρνηση και στους αρμόδιους ευρωπαϊκούς θεσμούς προς το τέλος Σεπτεμβρίου. 

O διευθύνων σύμβουλος της Eurobank Φ. Καραβίας, μιλώντας στην ίδια εκδήλωση, ανέφερε ότι οι εκτιμήσεις έχουν μια αυτονόητη αβεβαιότητα λόγω της δυναμικής της πανδημίας, ωστόσο, όπως είπε, «μπορούμε να διατυπώσουμε κάποιες προβλέψεις ή στοχοθεσία σε σχέση με 4 βασικές οικονομικές μεταβλητές: η ύφεση να παραμείνει μονοψήφια, θα έλεγα λίγο πάνω από το 8%, το έλλειμμα επίσης να παραμείνει μονοψήφιο, το χρέος να κινηθεί κάτω από το ψυχολογικό όριο του 200%, ίσως κοντά στο 195%, και τα διαθέσιμα, το περίφημο “μαξιλάρι” του Δημοσίου, να μην υποχωρήσει κάτω από τα 30 δισ. Με βάση τα στοιχεία που έχουμε σήμερα –και εάν δεν υπάρξει κάποια απρόβλεπτη επιδείνωση–, πιστεύω ότι τα παραπάνω είναι επιτεύξιμα».