ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ευθύνονται και τα κράτη για το «ξέπλυμα» χρήματος

eythynontai-kai-ta-krati-gia-to-xeplyma-chrimatos-561089524

Οι μεγάλες τράπεζες διεθνούς βεληνεκούς θέλουν διακαώς να γνωρίζετε ότι τα έγγραφα στα οποία αποτυπώνεται ότι διεκπεραίωσαν συναλλαγές δισεκατομμυρίων δολαρίων από δυνητικά ύποπτες πηγές είναι παλαιά και όχι απαραίτητα συνδεόμενα με την εκστρατεία που τώρα κάνουν για να αντιμετωπίσουν το «ξέπλυμα» χρήματος. Αυτό ισχύει μεν, εν μέρει δε. Η διαρροή στοιχείων από χιλιάδες αμφισβητούμενες πράξεις αποκαλύπτουν ένα πράγμα, ότι δηλαδή τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αλλά και οι αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές του κλάδου μπορούν να κάνουν πολύ περισσότερα για να χαλιναγωγήσουν τις χρηματοδοτικές ροές με αποδέκτριες την τρομοκρατία, τη διαφθορά και πάμπολλες άλλες «ασθένειες» του παγκόσμιου συστήματος. 

Στις αρχές της εβδομάδας αποκαλύφθηκε από τη Διεθνή Κοινοπραξία Ερευνητικής Δημοσιογραφίας ότι παγκόσμιοι τραπεζικοί όμιλοι είχαν αναμειχθεί σε αμφίβολες συναλλαγές παρά το ότι τους είχαν επιβληθεί πρόστιμα στο παρελθόν για ανάλογα συμβάντα ή είχαν διατυπωθεί από τον ίδιο τον εσωτερικό ελεγκτικό μηχανισμό τους ερωτήματα σχετικά με αυτές. Οι τιμές των μετοχών τραπεζών όπως οι HSBC, Deutsche Bank και Barclays, όπως ήταν αναμενόμενο, καταβαραθρώθηκαν στα χρηματιστήρια τη Δευτέρα.

Ο ειδησεογραφικός ιστότοπος BuzzFeed News έχει στην κατοχή του σχεδόν 2.100 αναφορές για ύποπτες συναλλαγές, οι οποίες είχαν υποβληθεί στο Δίκτυο Πάταξης Οικονομικού Εγκλήματος του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ, και τις κοινοποίησε στη Διεθνή Κοινοπραξία και σε άλλους συναφείς φορείς. Η συμπεριφορά των τραπεζικών ομίλων είναι λιγότερο σκανδαλώδης από όσο μπορεί να φαίνεται διαβάζοντας κανείς τους τίτλους και τα πρωτοσέλιδα. 

Αντί να παρεμποδίζουν τις πιθανές εγκληματικής προέλευσης συναλλαγές, θα όφειλαν να υποβάλλουν σχετικές εκθέσεις προς τις αρμόδιες αρχές. Αυτό έως ένα βαθμό έχει να κάνει με το ότι τα συστήματα καταπολέμησης του «ξεπλύματος» εντοπίζουν πολλές νόμιμες πράξεις, τις αποκαλούμενες «λανθασμένες θετικές», οι οποίες μπορεί να φθάνουν έως και το 90% των συνολικών που εξετάζονται, όπως τονίζει εμπειρογνώμονας. 

Το πρόβλημα έγκειται στο ότι οι εν λόγω αρχές έχουν κατακλυσθεί από ανάλογες εκθέσεις για ύποπτες συναλλαγές και μέχρι στιγμής έχουν λάβει σχεδόν 700.000 από αυτές. Οι αναφορές συσσωρεύονται σε υποστελεχωμένες υπηρεσίες και αναμένουν να τεθούν υπό εξέταση ή ίσως και όχι. 

Από την πλευρά των τραπεζών, αυτές θα μπορούσαν να βελτιώσουν και να αναβαθμίσουν τους διαθέσιμους μηχανισμούς τους για να εντοπίζουν τα κρούσματα «ξεπλύματος» χρήματος. Επί του παρόντος βασίζονται σε γενικόλογους κανόνες. Μια πιο ενδεδειγμένη λύση θα ήταν οι κυβερνήσεις να απαιτούν τόσο οι επιχειρήσεις όσο και τα μεμονωμένα άτομα να δίνουν με πλήρη διαφάνεια στοιχεία σχετικά με το πόθεν έσχες των χρημάτων και τον τελικό προορισμό τους. Αυτό θα καθιστούσε δυσκολότερο για τις τράπεζες το να ισχυρίζονται ότι δεν γνώριζαν το είδος των συναλλαγών που διεκπεραιώνουν.

Πάντως, το να ασχοληθεί κανείς με το να εξαλείψει τα περίπλοκα δίκτυα εικονικών εταιρειών ενέχει πολιτικούς κινδύνους. Πιο ρεαλιστικό μοιάζει το να είναι στενότερη η συνεργασία διαφορετικών κρατικών υπηρεσιών με τις επιμέρους τράπεζες. 

Με τα ισχύοντα σήμερα, ένας παγκόσμιου βεληνεκούς χρηματοπιστωτικός οργανισμός που διαπιστώνει ύποπτες συναλλαγές εκτεινόμενες από τη Ρωσία, την Αργεντινή και τη Βρετανία μέχρι την Ελβετία μπορεί να υποβάλει αντιστοίχως τέσσερις αναφορές. Η κάθε χώρα θα τις ερευνήσει ξεχωριστά και ίσως να μην μάθει τίποτε στη συνέχεια η τράπεζα. Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έχουν μέρος της ευθύνης για την εκτέλεση συναλλαγών αμφίβολης προέλευσης, αλλά μια αποτελεσματικότερη μάχη για την πάταξη του «ξεπλύματος» ξεκινάει με διαφάνεια ανάμεσα στις χώρες που συμμετέχουν σε αυτές.