ΑΠΟΨΗ

Γιατί παρερμηνεύτηκε η απόφαση του ΣτΕ για τη λίστα Λαγκάρντ

giati-parermineytike-i-apofasi-toy-ste-gia-ti-lista-lagkarnt-561093895

Στο σημερινό άρθρο μας που φιλοξενεί η έγκριτη εφημερίδα «Καθημερινή» θα επιχειρήσουμε να αναζητήσουμε την «αληθή έννοια» στην παραπάνω απόφαση του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου της χώρας, με αφορμή τις λανθασμένες εντυπώσεις από ορισμένα δημοσιεύματα.

Θα λέγαμε ότι η παραπάνω απόφαση ξεκαθαρίζει τα πράγματα και προδήλως η θέση της διοίκησης και της ΔΕΔ παραμένει εκείνη η οποία είχε εκφραστεί με τις αποφάσεις του ΣτΕ 2934/2017, 2935/2017, 172/2018 και 173/2018, οι οποίες ουδόλως έχουν επηρεαστεί από την κρινόμενη απόφαση.

Συνεπώς, αν οι προηγούμενες αποφάσεις αποτελούν σταθμό του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου, που είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του ελληνικού συστήματος δικαστικού ελέγχου της διοικητικής δράσης και νομιμότητας των διοικητικών πράξεων και έχει καταξιωθεί ως ο ισχυρός προστάτης τόσο του πολίτη όσο και του Δημοσίου, η νέα απόφαση, εξετάζοντας τους τέσσερις λόγους αναίρεσης (με τους οποίους πλήττεται το σκεπτικό του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών), στην ουσία ενισχύει την ασφάλεια δικαίου.
…δεν διαφοροποιείται η θέση της φορολογικής διοίκησης:

Προς αποκατάσταση λοιπόν και διευκρίνιση των όσων έχουν αναφερθεί σχετικά με την υπ’ αριθμ. 658/2020 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, είναι αναγκαίο να αποσαφηνισθεί το γεγονός ότι η θέση της φορολογικής διοίκησης ως προς το ζήτημα της παραγραφής, που τίθεται για καταλογισμούς που έχουν βασιστεί σε πληροφόρηση που προκύπτει από υπόλοιπα και πρωτογενείς τραπεζικές πιστώσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς αλλοδαπής, δεν διαφοροποιείται από αυτή που διατυπώνεται στην εν λόγω απόφαση.

Επιπλέον, δεν διαφοροποιείται η θέση της διοίκησης, όπως αυτή είχε υιοθετηθεί με την ΠΟΛ 1194/2017, σχετικά με τα υπόλοιπα λογαριασμού εξωτερικού που τίθενται στη διάθεσή της (βλ. ενδεικτικά ΔΕΔ 1746/2019, 1411 και 1412/2018 κ.λπ.). Αντιθέτως, σχετικά με τα υπόλοιπα λογαριασμού εξωτερικού, η θέση της διοίκησης και της ΔΕΔ παραμένει εκείνη η οποία είχε εκφραστεί με τις αποφάσεις του ΣτΕ 2934/2017, 2935/2017, 172/2018 και 173/2018, οι οποίες ουδόλως έχουν επηρεαστεί από την κρινόμενη απόφαση.
Αντίθετα με την κρινόμενη απόφαση, η οποία υιοθετεί την πενταετή παραγραφή για τις χρήσεις 2006 και 2007, η θέση της διοίκησης και της ΔΕΔ ήταν ότι οι εν λόγω χρήσεις υπόκεινται στη δεκαετή παραγραφή όσον αφορά τη λίστα Λαγκάρντ.

Συγκεκριμένα, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, βασιζόμενο στον ν. 3522/2006 όπως ισχύει από την ψήφισή του, είχε κρίνει ότι οι ένδικες χρήσεις 2004 και 2005 πρέπει να παραγραφούν διότι δεν είχε εκδοθεί αρχικό φύλλο ελέγχου, ενώ για τις χρήσεις 2006 και 2007 τα στοιχεία της λίστας Λαγκάρντ είχαν περιέλθει σε γνώση των φορολογικών αρχών το έτος 2012 και, συνεπώς, όφειλαν να ελεγχθούν εντός της πενταετίας σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ. 1 του ν. 2238/94 για τις εν λόγω χρήσεις (μη εφαρμοζομένης, δηλαδή, της δεκαετούς προθεσμίας παραγραφής).

Νέο στοιχείο, επομένως, θεωρείται η αρχική εισαγγελική παραγγελία οικονομικού εγκλήματος (ΟΙΚ.ΕΙΣ.ΠΕ 283/4-10-2012) για το σύνολο των ονομάτων που περιλαμβάνονται στη λίστα Λαγκάρντ. 

Η θέση του ΔΕΑ σχετικά με την εφαρμογή του ν. 3522/2006 δεν υιοθετήθηκε από τη διοίκηση (ούτε από τη ΔΕΔ), ούτε όμως έγινε δεκτό ότι η εισαγγελική παραγγελία οικονομικού εγκλήματος για το 2012 θεωρείται νέο στοιχείο: δέχθηκαν, δηλαδή, ότι σε όλες τις περιπτώσεις της λίστας Λαγκάρντ ισχύει η δεκαετής παραγραφή του ν. 84 παρ. 4 του ν. 2238/94. Εάν είχαν δεχθεί τη θέση του ΔΕΑ, δεν θα έπρεπε να είχαν ελέγξει καμία υπόθεση της λίστας Λαγκαρντ για τις χρήσεις 2006 και 2007 δεδομένου ότι οι έλεγχοι αυτοί ξεκίνησαν μετά το έτος 2013.

Αξίζει επομένως να σημειωθεί ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας με την υπ’ αρ. 658/2020, εξετάζοντας τέσσερις λόγους αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται το σκεπτικό του ΔΕΑ, έκρινε αφενός ότι ο ν. 3522/2006 έχει εφαρμογή και πριν από τη χρήση 2006 (σε αντίθεση με τη θέση του ΔΕΑ) βασιζόμενο στην ύπαρξη νομολογίας (ΣτΕ 1889/2018) και αφετέρου ότι, αναφορικά με στοιχεία που αφορούν ημεδαπούς τραπεζικούς λογαριασμούς, κρίσιμος είναι αποκλειστικά ο χρόνος που αυτά γίνονται γνωστά στη φορολογική αρχή με οποιονδήποτε τρόπο.

Συνεπώς, οι χρήσεις 2004 και 2005 δεν εμπίπτουν στην πενταετή προθεσμία παραγραφής, ενώ, αντιθέτως, οι χρήσεις 2006 και 2007 εμπίπτουν στην εν λόγω παραγραφή, καθώς στηρίζονται αυτοτελώς, ως νέο στοιχείο, δε, θεωρείται η εισαγγελική παραγγελία του έτους 2012, που περιήλθε εντός της αρχικής πενταετίας για τις εν λόγω χρήσεις.

Προκύπτει, λοιπόν, ότι: α) μόνο όσες υποθέσεις της λίστας Λαγκάρντ για τις χρήσεις 2004 και 2005 εκκρεμούν στα δικαστήρια μπορούν να εξεταστούν ως εκκρεμείς και β) η φορολογική διοίκηση δεν έχει το δικαίωμα πλέον να καταλογίσει φόρους και πρόστιμα της λίστας Λαγκάρντ για τις χρήσεις 2004 έως 2007, καθώς έχει παρέλθει η δεκαετής προθεσμία παραγραφής.

* Ο κ. Γιώργος Δ. Χριστόπουλος είναι φοροτεχνικός – οικονομολόγος, μέλος της Mental Group – Γ. Χριστόπουλος και Συνεργάτες, συγγραφέας φορολογικών βοηθημάτων, εκπρόσωπος Τύπου και δημοσίων σχέσεων της ΠΟΦΕΕ, υπεύθυνος της επιστημονικής ομάδας της ΕΦΕΕΑ, φοροτεχνικός σύμβουλος της Ομοσπονδίας Βενζινοπωλών Ελλάδος και πρώην καθηγητής ΤΕΙ.
e-mail: [email protected]