ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Επιμένει η Κομισιόν στην καταβολή προστίμου 13 δισ. από την Apple

Η Apple γνωστοποίησε ότι θα εξετάσει την έφεση της Κομισιόν, αλλά προεξόφλησε πως αυτή «δεν θα αλλοιώσει τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου για τα γεγονότα».

Αποφασισμένη να αναγκάσει τις πολυεθνικές και τους τεχνολογικούς κολοσσούς να καταβάλλουν τους φόρους που τους αναλογούν, η επίτροπος Ανταγωνισμού Μαργκρέτε Βεστάγκερ υπέβαλε χθες έφεση κατά πρόσφατης απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου που ακυρώνει εντολή της και πρόστιμο στην Apple.

Η αναμέτρηση της Κομισιόν με τον κολοσσό του λογισμικού άρχισε το 2016 όταν η επίτροπος Ανταγωνισμού επέβαλε στην Apple πρόστιμο ύψους 13 δισ. ευρώ. Την καλούσε συγκεκριμένα να καταβάλει το εν λόγω ποσό στο ιρλανδικό κράτος με το οποίο είχε συνάψει μία από τις σκανδαλώδεις ευνοϊκές φορολογικές συμφωνίες που της επέτρεπαν να μηδενίζει τη φορολογική της επιβάρυνση.

Οπως τόνισε ευθύς εξαρχής η Κομισιόν, παρά τα ιλιγγιώδη κέρδη της, η Apple κατέβαλλε επί δύο και πλέον δεκαετίες σκανδαλωδώς χαμηλούς φόρους στο ιρλανδικό κράτος. Το 2014 φορολογήθηκε με συντελεστή 0,005%!

Η υπόθεση προσέλαβε τότε διαστάσεις πολιτικής κρίσης στην Ιρλανδία, όπου εκδηλώθηκαν έντονες διαφωνίες στους κόλπους της ιρλανδικής κυβέρνησης. Χειμαζόμενη ακόμη από την κρίση τότε, η Ιρλανδία αφενός χρειαζόταν το σημαντικό ποσό του προστίμου και αφετέρου δεν ήθελε να καταργήσει ούτε τις ειδικές φορολογικές συμφωνίες ούτε τους χαμηλούς εταιρικούς φόρους. 

Με τις πολιτικές αυτές προσελκύει επενδύσεις από πολυεθνικές. Τελικά επικράτησαν τα επιχειρήματα υπέρ της διατήρησης της υφιστάμενης φορολογικής νομοθεσίας. Ο Ιρλανδός πρωθυπουργός, Πάσκαλ Ντόναχου, υποστήριξε ότι ο αμερικανικός τεχνολογικός κολοσσός κατέβαλλε πάντα στη χώρα του τον φόρο που του αναλογούσε βάσει της ιρλανδικής νομοθεσίας και τίποτε στην πολιτική της Ιρλανδίας δεν στοιχειοθετούσε κρατική ενίσχυση προς την Apple.

Εν ολίγοις το αποτέλεσμα ήταν η Ιρλανδία και η Apple ουσιαστικά να συσπειρώσουν τις δυνάμεις τους και να συστρατευθούν κατά της απόφασης της Κομισιόν ενώ η κ. Βεστάγκερ κήρυξε ανένδοτο αγώνα κατά της φοροαποφυγής των πολυεθνικών.

Η υπόθεση οδηγήθηκε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, που τον Ιούλιο αποφάνθηκε ότι δεν επαρκούσαν τα στοιχεία για να αποδειχθεί ότι η Apple είχε όντως τύχει ευνοϊκής μεταχείρισης. Το Δικαστήριο ακύρωσε, έτσι, την εντολή της κ. Βεστάγκερ, που αντέδρασε άμεσα εκφράζοντας την πρόθεση να εφεσιβάλει την απόφαση.

«Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου θέτει σημαντικό νομικό ζήτημα συναφές με τις αρμοδιότητες της Κομισιόν και την εφαρμογή των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων και τις ειδικές φορολογικές συμφωνίες», τόνισε η κ. Βεστάγκερ στη χθεσινή της ανακοίνωση.

Προσέθεσε μάλιστα πως «με κάθε σεβασμό, η Κομισιόν εκτιμά ότι στην απόφασή του το Δικαστήριο έχει διαπράξει σωρεία νομικών λαθών». Σε μια έκκλησή της προς τα κράτη-μέλη, άλλωστε, η κ. Βεστάγκερ τόνισε πως είναι ανάγκη να θεσπισθεί νομοθεσία σε επίπεδο Ε.Ε. προκειμένου να κλείσουν τα «παραθυράκια» της φορολογικής νομοθεσίας και να διασφαλισθεί η διαφάνεια.

Από την πλευρά της, η Apple έχει ερμηνεύσει την απόφανση του Δικαστηρίου ως απόδειξη της πάγιας συμμόρφωσής της με την ιρλανδική νομοθεσία. Αυτή ήταν η θέση της ευθύς εξαρχής και την επανέλαβε εκ νέου, ενώ ισχυρίστηκε ότι στην πραγματικότητα το θέμα αφορά σε ποια χώρα πρέπει να καταβάλλει φόρους και όχι το ύψος των φόρων. «Το Δικαστήριο ακύρωσε κατηγορηματικά την εντολή της Κομισιόν και τα γεγονότα δεν έχουν αλλάξει έκτοτε», τόνισε στη δική της ανακοίνωση. Προσέθεσε μάλιστα πως θα εξετάσει την έφεση της Κομισιόν, αλλά προεξόφλησε πως η έφεση «δεν θα αλλοιώσει τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου για τα γεγονότα».
Σημειωτέον ότι τον Μάιο η Κομισιόν τόνισε πως τέσσερις χώρες-μέλη της Ε.Ε., Ιρλανδία, Ολλανδία, Λουξεμβούργο και Ουγγαρία, εφαρμόζουν συστηματικά την πρακτική της σύναψης ειδικών φορολογικών συμφωνιών με πολυεθνικές διευκολύνοντάς τις να ελαχιστοποιούν τη φορολογική τους επιβάρυνση. Η κ. Βεστάγκερ έχει στο μεταξύ ανοικτές δύο παρεμφερείς υποθέσεις και αφορούν αφενός τις συμφωνίες που έχουν συνάψει η Ikea και η Nike με την Ολλανδία και αφετέρου συμφωνία της Huhtamaki με το Λουξεμβούργο. Η φοροαποφυγή από πλευράς πολυεθνικών αλλά και βαθύπλουτων ιδιωτών έχει αναβαθμιστεί ως προτεραιότητα στην ατζέντα της Ε.Ε. καθώς οι χώρες-μέλη της ετοιμάζονται να αναλάβουν δυσθεώρητο χρέος στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης για να αντιμετωπίσουν τον οικονομικό αντίκτυπο της πανδημίας.