ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Εμβαθύνει την οικονομική ένωση η πανδημία

emvathynei-tin-oikonomiki-enosi-i-pandimia0

Σε επιταχυντή προόδου εξελίσσεται η πανδημία για την Ε.Ε., καθώς δίνει ώθηση στην αντιμετώπιση καίριων ζητημάτων και εγγενών αδυναμιών της που εκκρεμούν επί χρόνια σε πείσμα των αλλεπάλληλων εκκλήσεων κάθε προέλευσης. Σε αντίθεση με τους συνήθεις εξοντωτικά αργούς ρυθμούς της Ε.Ε., τα θεσμικά όργανα της Ευρωζώνης ανταποκρίνονται αυτή τη φορά στην εκβιαστική πίεση της κρίσης που έχει προκαλέσει η πανδημία. Προωθούν, έτσι, μεταβολές ικανές να επιφέρουν τον μετασχηματισμό της και την ολοκλήρωση της οικονομικής και νομισματικής ένωσης.

Κάποιες από αυτές δικαιολογημένα μπορούν να χαρακτηριστούν χωρίς υπερβολή «ιστορικές» μεταβολές, καθώς τείνουν προς την επικαιροποίηση των κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας, την κοινή έκδοση χρέους έως και μια εν μέρει ενιαία φορολογική πολιτική στην Ε.Ε. Μετά την απόφαση που εσπευσμένα έλαβε στις 20 Μαρτίου για αναστολή των διατάξεων του Συμφώνου Σταθερότητας, στη διάρκεια της εβδομάδας η Κομισιόν ανακοίνωσε στους υπουργούς Οικονομικών της Ε.Ε. ότι το νέο καθεστώς της δημοσιονομικής χαλάρωσης παρατείνεται και για το επόμενο έτος. Η καθοριστική για την Ελλάδα απόφαση δίνει στη χώρα μας, όπως και σε άλλα ευάλωτα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, τη δυνατότητα να προχωρήσουν στις απαιτούμενες δαπάνες για να στηρίξουν τις χειμαζόμενες οικονομίες τους.

Η αποφασιστικότητα που επιδεικνύει αυτή τη φορά η Ε.Ε. έρχεται, βεβαίως, σε οξεία αντίθεση με την, κατά πολλούς ολέθρια, εμμονή στη λιτότητα που επέδειξε προ δεκαετίας στη χρηματοπιστωτική υπό την επίμονη κηδεμονία της Γερμανίας. Καταλύτης είναι μάλλον ο κίνδυνος να δεχθεί η ευρωπαϊκή οικονομία τη χαριστική βολή μιας νέας ύφεσης σε περίπτωση εσπευσμένης επιστροφής της στη δημοσιονομική πειθαρχία.

Τον κίνδυνο αυτόν επισήμανε προ ημερών ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης (ESM), Κλάους Ρέγκλινγκ, ενώ επανέλαβε, άλλωστε, την ανάγκη αναθεώρησης, απλούστευσης και επικαιροποίησης του επίμαχου συμφώνου, που έτσι και αλλιώς δεν εμπνέει πλέον εμπιστοσύνη στους επενδυτές. Ταυτοχρόνως, ασκούνται πιέσεις για τη μετατροπή του Ταμείου Ανάκαμψης των 750 δισεκατομμυρίων ευρώ σε νέο δημοσιονομικό εργαλείο της Ευρωζώνης.

Παρά την καθυστέρηση που παρατηρείται στην υλοποίηση των προβλεπομένων, η απόφαση για το Ταμείο Ανάκαμψης ελήφθη προ διμήνου με σχετικά γρήγορους ρυθμούς λαμβανομένων υπ’ όψιν των διαφωνιών από το μέτωπο των γνωστών «φειδωλών» του ευρωπαϊκού Βορρά. Η ύπαρξή του μπορεί να αποτελέσει τουλάχιστον την πρώτη ύλη για ένα θεσμικό όργανο που θα διασφαλίζει σε μόνιμη βάση την οικονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην Ευρώπη.

Πίεση προς αυτήν την κατεύθυνση αποτέλεσε μέσα στην εβδομάδα η παρέμβαση της ΕΚΤ, η οποία σε έγγραφο εργασίας της κάλεσε την Ε.Ε. να εξετάσει την προοπτική παγίωσης του Ταμείου Ανάκαμψης. Δικαιολογημένα η Τράπεζα χαρακτηρίζει το Ταμείο Ανάκαμψης «σημαντικό βήμα προς την οικονομική ενοποίηση της Ευρώπης», καθώς αποτελεί μια πρώτη έκδοση αμοιβαίου χρέους μεταξύ των χωρών-μελών. Κάτι που παρέμενε έως τώρα στη σφαίρα του επιθυμητού αλλά όχι και στη σφαίρα του ρεαλιστικού, με δεδομένη τη σθεναρή αντίσταση της Γερμανίας.

Παρά τις όσες διαφωνίες έχουν διατυπωθεί για το μείγμα εγγυήσεων και δανείων, οποιαδήποτε εξέλιξη προς αυτήν την κατεύθυνση μπορεί και πάλι να υποστηρίξει τη χώρα μας. Βάσει των υπολογισμών της ΕΚΤ, η Ελλάδα, η Κροατία και η Βουλγαρία θα είναι οι χώρες που θα τύχουν της μεγαλύτερης τόνωσης στις οικονομίες τους από το Ταμείο Ανάκαμψης. Η χώρα μας, σύμφωνα με την ΕΚΤ, θα λάβει ενίσχυση αντίστοιχη με το 9% του ΑΕΠ της όπως αυτό ήταν το 2019.

Την κατάργηση ειδικών φορολογικών καθεστώτων δρομολογεί η Ε.Ε. 

Αν η αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας και η μονιμοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης αποτελούν ώς ένα βαθμό απάντηση σε εγγενείς ελλείψεις της Ευρωζώνης, η σκανδαλώδης φοροαποφυγή από πλευράς των τεχνολογικών κολοσσών και των πολυεθνικών υπερβαίνει τα όρια της Ε.Ε. Πρόκειται για μια χαίνουσα πληγή της παγκόσμιας οικονομίας που απασχολεί επί χρόνια την Ε.Ε. Το θέμα της φορολόγησης των πολυεθνικών και ειδικότερα των ψηφιακών κολοσσών εξετάζεται, άλλωστε, στο πλαίσιο του ΟΟΣΑ χωρίς, όμως, να έχει σημειωθεί πρόοδος. Ετσι η Ε.Ε. χαράσσει δική της πορεία.

Η πανδημία και ο οικονομικός της αντίκτυπος αναγκάζουν τώρα την Ε.Ε.  να διευρύνει το οπλοστάσιο που θα χρησιμοποιεί εφεξής στη μάχη της κατά της φοροαποφυγής. Η Κομισιόν έχει προ πολλού κηρύξει πόλεμο στις ειδικές φορολογικές συμφωνίες που συνάπτουν ορισμένα κράτη-μέλη της Ε.Ε. με πολυεθνικές, επιτρέποντάς τους να ελαχιστοποιούν ή ακόμη και να μηδενίζουν τη φορολογική τους επιβάρυνση. Εχει κλιμακώσει τις επιθέσεις της τα τελευταία πέντε χρόνια, αρχής γενομένης από την απόφαση που έλαβε το 2016 να επιβάλει  στην Apple την επιστροφή μη καταβληθέντων φόρων ύψους 13 δισεκατομμυρίων ευρώ και να προκαλέσει, έτσι, πολιτική κρίση στη χώρα.

Η πανδημία έχει και σε αυτό το επίπεδο λειτουργήσει ως ορός της αλήθειας, οδηγώντας την Κομισιόν να κατονομάσει τον Μάιο τέσσερις χώρες-μέλη, Ιρλανδία, Ολλανδία, Λουξεμβούργο και Ουγγαρία που συνάπτουν συστηματικά ειδικές φορολογικές συμφωνίες με πολυεθνικές. Δεδομένου, άλλωστε, ότι για να στηρίξουν τις οικονομίες τους οι χώρες-μέλη της Ε.Ε. ετοιμάζονται να επωμισθούν δυσθεώρητο χρέος, η μάχη κατά της φοροαποφυγής αναβαθμίζεται στην ατζέντα της Κομισιόν.

Μέσα στην εβδομάδα ο επίτροπος Οικονομικών, Πάολο Τζεντιλόνι,  αποκάλυψε ότι η Κομισιόν θα εντείνει τις πιέσεις στα κράτη-μέλη για να καταργήσουν το καθεστώς τέτοιων ειδικών συμφωνιών και προτίθεται να χρησιμοποιήσει δύο μοχλούς άσκησης πίεσης.

Πρώτα απ’ όλα θα ζητήσει από τα κράτη-μέλη να εντάξουν μέτρα κατά των ειδικών  φορολογικών συμφωνιών στα εθνικά μεταρρυθμιστικά προγράμματα που θα υποβάλουν για να αντλήσουν το μερίδιό τους από τα 750 δισεκατομμύρια δολάρια του 
Ταμείου Ανάκαμψης.

Παράλληλα, όμως, σκοπεύει να επιστρατεύσει ένα μάλλον άγνωστο εργαλείο της συνθήκης της Ε.Ε. που της δίνει τη δυνατότητα να πατάξει οποιοδήποτε μέτρο στρεβλώνει τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς. Πρόκειται για το Αρθρο 116 της ευρωπαϊκής συνθήκης που προβλέπει την προσφυγή σε ένδικα μέσα όταν κάποιες φορολογικές συμφωνίες υπονομεύουν την εύρυθμη λειτουργία της ενιαίας αγοράς. Καθοριστική λεπτομέρεια στην υπόθεση είναι ότι η επίκληση του Αρθρου 116 μπορεί να γίνει με την λεγόμενη ειδική πλειοψηφία, εν ολίγοις δεν προϋποθέτει ομοφωνία ούτε και μπορεί να την εμποδίσει ένα μεμονωμένο κράτος-μέλος προβάλλοντας βέτο.

Σε αδιέξοδο οι συνομιλίες Ρεπουμπλικανών – Δημοκρατικών για νέο πακέτο στήριξης 

Ενώ στην Ευρώπη βρίσκεται σε εξέλιξη γενικευμένη κινητοποίηση προκειμένου να αποτελέσει η πανδημία ευκαιρία για πρόοδο, στις ΗΠΑ έχουν προ πολλού περιέλθει σε αδιέξοδο οι συνομιλίες στο Κογκρέσο για τη νέα στήριξη που τόσο έχει ανάγκη η αμερικανική οικονομία. Ειδικότερα, τις τελευταίες εβδομάδες φαίνεται να έχει εξανεμιστεί κάθε ελπίδα για συμφωνία των δύο κομμάτων γύρω από το ύψος, αλλά και τις λεπτομέρειες ενός νέου πακέτου μέτρων.

Και το χάσμα ανάμεσα σε Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικανούς φαίνεται να διευρύνεται τις τελευταίες ημέρες από τη νέα ένταση γύρω από τη διαδοχή της Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπεργκ στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ.

Εντείνεται, έτσι, η φημολογία ότι δεν θα καταστεί δυνατό να συμφωνήσουν τα δύο κόμματα πριν από τις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου. Και στο μεταξύ, βεβαίως, εκπνέουν πολλά από τα μέτρα στήριξης που αποφασίστηκαν την άνοιξη όταν η υπερδύναμη βυθιζόταν στο πρώτο κύμα της πανδημίας. Σε πολλές περιπτώσεις έχει ήδη εξαντληθεί ο ευεργετικός αντίκτυπος των πρώτων αυτών μέτρων και η ανεργία καλπάζει στη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.

Ετσι, πολλοί οικονομολόγοι που είχαν προεξοφλήσει ότι θα συμφωνηθεί τουλάχιστον μια δέσμη μέτρων ύψους 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίου, αναθεωρούν τις αισιόδοξες προβλέψεις τους για την αμερικανική οικονομία και προειδοποιούν για τον κίνδυνο νέας ύφεσης.

Ενώπιον του ενδεχομένου να μην αποφασιστεί κανενός είδους στήριξη, τις τελευταίες ημέρες οι Δημοκρατικοί επιχειρούν να προτείνουν δέσμη μέτρων χαμηλότερου κόστους από την αρχική τους πρόταση. Υπό την πίεση του κόμματός της, η επικεφαλής των Δημοκρατικών, Νάνσι Πελόσι, σχεδιάζει νέο πακέτο στήριξης ύψους 2,4 τρισεκατομμυρίων δολαρίων σε μια προσπάθεια να επιτύχει μια επανεκκίνηση της διαπραγμάτευσης με τους Ρεπουμπλικανούς. Πρόκειται για σαφώς χαμηλότερο κόστος από την αρχική τους πρόταση για μέτρα ύψους 3 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, στην οποία κατέληξαν τον Μάιο.

Οπως αναφέρουν, εξάλλου, πηγές του Δημοκρατικού Κόμματος, το περιεχόμενό του δεν διαφέρει ιδιαιτέρως από την αρχική πρότασή τους. Συγκεκριμένα, η νέα πρόταση προβλέπει τη στήριξη των κλάδων που έχουν πληγεί στον μέγιστο βαθμό από την πανδημία. Ανάμεσά τους οι αεροπορικές εταιρείες, τα εστιατόρια και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που θα αποτελέσουν για τους Δημοκρατικούς τη βάση για μια έναρξη των συνομιλιών με τον Λευκό Οίκο.

Μιλώντας, πάντως σε διεθνή ΜΜΕ, πηγές του Κογκρέσου υπογραμμίζουν ότι και πάλι το κόστος της πρότασης είναι δυσθεώρητο με τα κριτήρια των Ρεπουμπλικανών και θα είναι δύσκολο να επιτευχθεί οποιαδήποτε συμβιβαστική συμφωνία. Υπερβαίνει πράγματι κατά πολύ τα 500 δισεκατομμύρια δολάρια που προβλέπει η πρόταση των Ρεπουμπλικανών και η οποία υποβλήθηκε προ ημερών στη Γερουσία. Σημειωτέον ότι ο Ντόναλντ Τραμπ έχει καλέσει τους Ρεπουμπλικανούς να συναινέσουν σε μια δέσμη μέτρων με μεγαλύτερο κόστος. Οι Ρεπουμπλικανοί του Κογκρέσου, όμως, έχουν καταστήσει σαφές ότι δεν υπάρχει περίπτωση να δεχθούν δαπάνες που να προσεγγίζουν τις απαιτήσεις των Δημοκρατικών. Οπως τονίζουν σε σχετικό σχόλιο οι Financial Times, είναι πιθανόν η κίνηση των Δημοκρατικών να οδηγήσει σε ψηφοφορία μέσα στην εβδομάδα που αρχίζει αύριο. Αντανακλά, πάντως, την εντεινόμενη πίεση που υφίστανται και τα δύο κόμματα του Κογκρέσου ενόψει των προεδρικών εκλογών να καταλήξουν σε κάποιου είδους συμφωνία που θα διοχετεύσει περαιτέρω στήριξη στην αμερικανική οικονομία. Τα δύο κόμματα, πάντως, προσπαθούν τουλάχιστον να πείσουν τους ψηφοφόρους ότι κατέβαλαν κάθε προσπάθεια προκειμένου να καταλήξουν σε κάποιου είδους συμβιβασμό.