ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μήνυμα χαλάρωσης για 2021 στέλνει το… ΔΝΤ

Η στάση του ΔΝΤ προκαλεί εντύπωση, καθώς τα προηγούμενα μνημονιακά χρόνια είχε ταυτισθεί με τις αυστηρές δημοσιονομικές πολιτικές, παρότι είναι γεγονός ότι τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα ήταν κυρίως ευρωπαϊκή απαίτηση λόγω υψηλού χρέους.

Nα αποφύγει μια απότομη δημοσιονομική συστολή και να στοχεύσει σε ένα πρωτογενές δημοσιονομικό έλλειμμα τουλάχιστον 2% του ΑΕΠ το 2021 καλεί το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο την κυβέρνηση, σημειώνοντας ότι αυτό είναι απαραίτητο προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος πρόκλησης μόνιμης οικονομικής ζημίας από την πανδημία. Η στάση αυτή του Ταμείου προκαλεί εντύπωση, καθώς τα προηγούμενα, μνημονιακά χρόνια είχε ταυτισθεί με τις αυστηρές δημοσιονομικές πολιτικές, παρότι είναι γεγονός ότι τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα ήταν κυρίως ευρωπαϊκή απαίτηση λόγω υψηλού χρέους.

Σημειώνεται ότι η κυβέρνηση καταθέτει προσχέδιο προϋπολογισμού τη Δευτέρα, με πρόβλεψη για πολύ μικρό πρωτογενές έλλειμμα, σύμφωνα με πληροφορίες, της τάξης του 1%-2% του ΑΕΠ.

Την υπόδειξη αυτή έκανε το ΔΝΤ στη δήλωση συμπερασμάτων του προσωπικού του, στο πλαίσιο της δεύτερης αποστολής της μετα-προγραμματικής παρακολούθησης που ολοκληρώθηκε χθες. «Η δημοσιονομική στήριξη θα πρέπει να είναι εμπροσθοβαρής ενόψει της εκταμίευσης των πόρων του Next Generation EU (αναμένεται περίπου στα μέσα του 2021), και το μείγμα δημοσιονομικής πολιτικής θα πρέπει να βελτιωθεί δίνοντας προτεραιότητα στις δαπάνες υγείας, στην αντιμετώπιση των κενών κάλυψης στο κοινωνικό επίδομα αλληλεγγύης και στην επέκταση των ευκαιριών για την επανακατάρτιση του εργατικού δυναμικού», αναφέρει η δήλωση.

Η πρόβλεψη του Ταμείου για φέτος είναι ότι το πρωτογενές έλλειμμα θα διαμορφωθεί στο 6,75% του ΑΕΠ, ένα ποσοστό που είναι κοντά στις ελληνικές προβλέψεις για έλλειμμα περίπου 6% του ΑΕΠ. Η προηγούμενη πρόβλεψή του ήταν για 5,1% του ΑΕΠ. 

Η εκτίμηση για την ύφεση

Για την ύφεση, η πρόβλεψη είναι ότι θα διαμορφωθεί στο 9,5%, ελαφρώς χαμηλότερα από την προηγούμενη πρόβλεψή του για ύφεση 10%, αλλά και πάνω από την κυβερνητική πρόβλεψη για 8%. Προβλέπει, επίσης, ότι τα δύο επόμενα χρόνια, 2021 και 2022, η ανάκαμψη θα είναι από 5% κάθε χρόνο, υποστηριζόμενη από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, αλλά καθώς αυτοί θα φθίνουν σταδιακά, «η ανάπτυξη προβλέπεται να επιστρέψει στο μακροχρόνιο, δυνητικό ποσοστό του 1%».

Ακόμη, η έκθεση αναφέρεται σε σημαντικούς κινδύνους και αβεβαιότητες, μεταξύ των οποίων επαναφέρει το ενδεχόμενο ανάγκης νέας στήριξης των τραπεζών. «Δυνητικές υποχρεώσεις της κυβέρνησης», σημειώνεται, «θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν από νέες και υφιστάμενες κρατικές εγγυήσεις, την πιθανή πρόσθετη στήριξη σε τράπεζες και επιχειρήσεις στο πλαίσιο ενός δυσμενούς σεναρίου, και από συνεχιζόμενες δικαστικές υποθέσεις ενάντια σε βασικές μεταρρυθμίσεις του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής».

Σε ό,τι αφορά το χρέος, σημειώνεται ότι η μεσοπρόθεσμη δυνατότητα αποπληρωμής του παραμένει επαρκής, χάρη στη στήριξη από την Ε.Ε. και το μαξιλάρι ρευστότητας. Ωστόσο, σε ό,τι αφορά τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα, επισημαίνεται ότι η αξιολόγηση του προσωπικού παραμένει αμετάβλητη και θα αναθεωρηθεί στο πλαίσιο της επόμενης αξιολόγησης του άρθρου ΙV του Ταμείου.

To Ταμείο τάσσεται, εξάλλου, υπέρ μιας συνολικής στρατηγικής για την αντιμετώπιση των μακροχρόνιων αδυναμιών των τραπεζών. Τονίζει ότι το πρόγραμμα «Ηρακλής» είναι ευπρόσδεκτο, αλλά δεν αποτελεί συνολική λύση και τάσσεται υπέρ της πρότασης της Τράπεζας της Ελλάδος για την bad bank, λέγοντας ότι θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντική προσθήκη.