ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Η κρίση της πανδημίας έγινε ευκαιρία για τα ελληνικά ομόλογα

Το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν κατέχει «επενδυτική βαθμίδα» είναι κάτι που δεν φαίνεται να απασχολεί τους επενδυτές, καθώς έχει όλα εκείνα τα εχέγγυα που την καθιστούν μια ασφαλή και ελκυστική αγορά. (Φωτ. REUTERS)

«Χρυσή» ευκαιρία αποτελεί για τα ελληνικά ομόλογα το τρέχον περιβάλλον, παρά το γεγονός ότι η παγκόσμια κρίση που έχει προκαλέσει η πανδημία συνεχίζει να πλήττει την οικονομία με άγνωστη ημερομηνία λήξης και άγνωστες τελικές επιπτώσεις. Το τεράστιο δίχτυ ασφαλείας που καλύπτει τους ελληνικούς τίτλους χάρη στην έγκαιρη και αποφασιστική δράση, τόσο από την πλευρά των ευρωπαϊκών αρχών (EKT, Ταμείο Ανάκαμψης) όσο και από το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης (μέτρα στήριξης της οικονομίας και υψηλό «μαξιλάρι» ρευστότητας), έχει εδώ και μήνες ανοίξει νέους ορίζοντες για τους επενδυτές.

Αυτό εξηγεί και το ισχυρό ράλι το οποίο καταγράφουν σχεδόν ασταμάτητα τα ελληνικά ομόλογα, ωστόσο η μεγάλη αλλαγή δεν είναι αυτή. Αλλωστε τα ελληνικά ομόλογα αποτέλεσαν τα «αστέρια» των αποδόσεων και το 2019.

Ποιοτικοί επενδυτές

Αυτό που έχει αλλάξει ριζικά είναι το γεγονός πως πλέον γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρο ότι η Ελλάδα γίνεται μια «ώριμη αγορά». Το ότι δεν κατέχει «επενδυτική βαθμίδα» είναι κάτι που δεν φαίνεται να απασχολεί τους επενδυτές, καθώς έχει όλα εκείνα τα εχέγγυα που την κάνουν μια ασφαλή και ελκυστική αγορά. Αυτό έχει οδηγήσει σε σημαντική αύξηση της συμμετοχής μεγάλων χαρτοφυλακίων ή «ποιοτικών επενδυτών», όχι μόνο στις εκδόσεις χρέους στις οποίες προχωρεί ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους, αλλά και στις καθημερινές συναλλαγές στη δευτερογενή αγορά.

Το αποτέλεσμα είναι η εκτόξευση του τζίρου στο μισό δισ. ευρώ ημερησίως πλέον, δεκαπλάσιο του επιπέδου που σημειωνόταν πριν από περίπου ένα χρόνο και προ πανδημίας.

Πέραν λοιπόν της βουτιάς των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα πλέον, με το 10ετές να διαπραγματεύεται στο μόλις 0,86%, τα στοιχεία από την ΗΔΑΤ είναι αυτά που εντυπωσιάζουν περισσότερο τους αναλυτές. Τον τελευταίο μόνο μήνα ο συνολικός τζίρος στη δευτερογενή αγορά αγγίζει τα 6,5 δισ. ευρώ, με τις ημερήσιες συναλλαγές από τις αρχές Οκτωβρίου μάλιστα να διαμορφώνονται ή και να ξεπερνούν τα 500 εκατ. ευρώ. Αυτό το επίπεδο ξεπερνά τον τζίρο που καταγράφηκε στην αγορά ομολόγων στο σύνολο του 7μήνου Μαρτίου – Αυγούστου. Επίσης, αγγίζει το 76% του συνολικού τζίρου των 8,5 δισ. ευρώ που σημειώθηκε ολόκληρο το 2019, σχεδόν ισοφαρίζει τον συνολικό τζίρο που σημειώθηκε τις χρονιές 2015, 2016, 2017 και 2018 μαζί, και δείχνει ξεκάθαρα πως η φετινή χρονιά θα είναι η ισχυρότερη από το 2014.

Οπως εξηγούν οι αναλυτές, περίπου τον τελευταίο μήνα έχει παρατηρηθεί σημαντική αύξηση των συμμετεχόντων στη δευτερογενή αγορά, πέραν της ΕΚΤ η οποία μέσω του PEPP αγοράζει σταθερά από τον Μάρτιο ελληνικά ομόλογα (συνολικά 13 δισ. ευρώ έως σήμερα).

Νέες εκδόσεις

Αυτή η έκρηξη ρευστότητας, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, αποτελεί μια μοναδική ευκαιρία για το ελληνικό Δημόσιο έτσι ώστε να βελτιωθεί η καμπύλη αποδόσεων ακόμη περισσότερο έτσι ώστε η Ελλάδα να αποτελεί μια «κανονική αγορά». Αλλωστε αυτό εξηγεί και την πρόσφατη επανέκδοση του 10ετούς ομολόγου, μια κίνηση η οποία αύξησε το μέγεθος της έκδοσης από τα 3 δισ. ευρώ στα 5,5 δισ. ευρώ. Κάτι ανάλογο στοχεύει να κάνει ο ΟΔΔΗΧ και σε άλλες εκδόσεις, αυξάνοντας τη ρευστότητά τους και άρα την ελκυστικότητά τους στους επενδυτές. Μια ρηχή αγορά πάντα ενέχει τον κίνδυνο βίαιων κινήσεων και συνήθως την αποφεύγουν τα μεγάλα μακροπρόθεσμα χαρτοφυλάκια. Δεν αποκλείεται λοιπόν το επόμενο διάστημα ο ΟΔΔΗΧ να «ανοίξει» το 15ετές που εκδόθηκε τον Ιανουάριο, έκδοση η οποία έχει μέγεθος 2 δισ. ευρώ, ή του 7ετούς που εκδόθηκε τον Απρίλιο και έχει μέγεθος 2 δισ. ευρώ.

«Κανονική» αγορά

Οπως σημειώνει στην «Κ» ο Τζενς Πίτερ Σόρενσεν, επικεφαλής αναλυτής της Danske Βank, η Ελλάδα πλησιάζει το στάτους μιας κανονική και ώριμης αγοράς. Σίγουρα για τους επενδυτές, όπως τονίζει, ένας βασικός καταλύτης ήταν το PEPP. Η «ασφάλεια» ότι υπάρχει ένας μεγάλος αγοραστής που ονομάζεται ΕΚΤ έχει ενθαρρύνει τους διαχειριστές κεφαλαίων να συναλλάσσονται πιο «ελεύθερα» στη δευτερογενή αγορά. «Μπορεί η Ελλάδα να χρειάζεται την αναβάθμιση σε επενδυτική βαθμίδα και στο ΒΒΒ, ώστε να συμπεριληφθεί στους βασικούς δείκτες ομολόγων και έτσι να αποτελεί επίσημα μια “κανονική αγορά”,  ωστόσο οι επενδυτές βλέπουν πως αυτό θα συμβεί αργά ή γρήγορα. Εάν περιμένουν να επιτευχθεί αυτό το ορόσημο πριν αγοράσουν Ελλάδα, θα χάσουν σημαντικά κέρδη και αυτό εξηγεί εν μέρει την εκτίναξη της ρευστότητας στην αγορά».

Καταλυτικός ο ρόλος της ΕΚΤ

Προφανώς, το γεγονός ότι το PEPP αγοράζει ενεργά ελληνικά ομόλογα κάνει την κρίση να φαίνεται σαν μια ευκαιρία για τους ελληνικούς τίτλους, καθώς θα χρειαζόταν πολύς χρόνος για την αναβάθμιση της Ελλάδας στο επίπεδο που θα την έκανε επιλέξιμη για το «κλασικό» QE, σημειώνει στην «Κ» ο επικεφαλής ανάλυσης της αγοράς σταθερού εισοδήματος της Deutsche Bank Ιωάννης Σώκος. Ωστόσο αυτό είναι γνωστό από τον Μάρτιο και δεν εξηγεί ουσιαστικά την πρόσφατη αύξηση στη δραστηριότητα της δευτερογενούς αγοράς, όπως τονίζει. Σύμφωνα με τον ίδιο, η εκτίναξη του τζίρου οφείλεται σε τρεις  παράγοντες. Πρώτον, καθώς τα spreads έχουν συρρικνωθεί έντονα (κατά περισσότερο από 300 μ.β. από τον Μάρτιο), η ρευστότητα των ελληνικών ομολόγων έχει βελτιωθεί δραματικά. Προηγουμένως, συνήθιζαν να πραγματοποιούν συναλλαγές κυρίως μέσω χρηματιστών (brokers), ενώ τώρα οι συναλλαγές γίνονται  κυρίως στην ΗΔΑΤ. Επίσης, το γεγονός ότι η Ιταλία έχει σβήσει ολόκληρη τη διεύρυνση των spreads που προκάλεσε η πανδημία, οι επενδυτές αναζητούν τρόπους για να πάρουν επιπλέον απόδοση τώρα που η διόρθωση στα ιταλικά ομόλογα φαίνεται να έχει ολοκληρωθεί. Παράλληλα, όπως σημειώνει ο κ. Σώκος, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η Ελλάδα είναι μεταξύ των χωρών που θα επωφεληθούν το περισσότερο από το Ταμείο Ανάκαμψης και την κατανομή των πόρων. Η αλληλεγγύη της Ε.Ε. θα πρέπει πάντοτε να ευνοεί τα κράτη-μέλη που θεωρούνται από τους επενδυτές ότι παρουσιάζουν μεγαλύτερο ρίσκο.