ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι εναλλακτικοί πάροχοι δανείων απειλούν την κυριαρχία των τραπεζών

Για τα παραδοσιακά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, η συντελούμενη αλλαγή επιδρά καίρια στο επιχειρηματικό μοντέλο τους και στην κερδοφορία τους, αναφέρει η μελέτη της PwC (φωτ. Shutterstock).

Τα τελευταία 10 χρόνια  οι συνολικές χορηγήσεις από μη παραδοσιακούς/από εναλλακτικούς ομίλους χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών έχουν υπερβεί τον ρυθμό ανάπτυξης των τραπεζών, όπως αποτυπώνεται σε έκθεση της εταιρείας λογιστικών ελέγχων και συμβουλευτικών υπηρεσιών PricewaterhouseCoopers (PwC). Υπό το πρίσμα αυτό, η έκθεση προβλέπει την ενίσχυση του ρόλου των εναλλακτικών παρόχων κεφαλαίων στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα σε σχέση με την παραδοσιακή τράπεζα και τη βασική της λειτουργία. Ειδικότερα, τα τελευταία 10 χρόνια, οι εναλλακτικοί όμιλοι έχουν συνολικό μέσο ρυθμό ετήσιας ανάπτυξης (CAGR) της δανειοδότησης ύψους 2,3%, σε σύγκριση με το 0,6% των τραπεζών.

Κάλυψη κενού

Η τάση αυτή πιθανόν να επιταχυνθεί καθώς οι δείκτες βασικού κεφαλαίου –λόγω απομείωσης της αξίας του ενεργητικού ως αποτέλεσμα της πανδημίας– θα περιορίζουν τη δανειοδοτική δυνατότητα των τραπεζών, ειδικά στην Ευρώπη. Μη παραδοσιακές πηγές χρηματοδότησης, όπως τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια, τα κρατικά επενδυτικά ταμεία και οι ίδιες οι κυβερνήσεις, θα χρειαστεί να καλύψουν το κενό ώστε να χρηματοδοτήσουν την ανάκαμψη. Το παρελθόν έτος οι εναλλακτικοί χρηματοπιστωτικοί φορείς, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια και τα κρατικά επενδυτικά ταμεία, διέθεσαν πιστώσεις ύψους 41 τρισεκατομμυρίων δολαρίων έναντι των 38 τρισεκατομμυρίων δολαρίων που χορήγησαν οι τράπεζες. Η ανάλυση της PwC δείχνει ότι σημειώθηκε ουσιαστική αύξηση του ιδιωτικού χρέους, γεγονός που καθιστά τα μη τραπεζικά ιδρύματα ως βασική εναλλακτική επιλογή. Από το 2010 και εντεύθεν ο μέσος ρυθμός αύξησης σε ετήσια βάση του ιδιωτικού χρέους έχει αυξηθεί κατά 11%.

Είναι προφανές ότι η εκρηκτική ακμή των μη συμβατικών παρόχων δανείων εγείρει ερωτήματα για τα παραδοσιακά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τον ρόλο τους, αναφέρει ο John Garvey, διευθυντής διεθνών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών της PwC: «Για τα παραδοσιακά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, η συντελούμενη αλλαγή επιδρά καίρια στο επιχειρηματικό τους μοντέλο και την κερδοφορία τους. Οι τράπεζες θα χρειαστεί να σκεφτούν γρήγορα εναλλακτικούς τρόπους ώστε να συμμετέχουν στην αλυσίδα αξίας, ενόσω ο κλάδος μεταβαίνει στο μοντέλο, που βασίζεται κυρίως σε πλατφόρμες».

Επιπλέον, βάσει της έκθεσης της PwC, ο συνδυασμός των σχεδόν μηδενικών επιτοκίων και η άνοδος των αποκλειστικά ψηφιακών παικτών, θα οδηγήσουν όλο το εύρος των προϊοντικών χαρτοφυλακίων σε στενότερα περιθώρια κέρδους. Ολο το πλαίσιο καθιστά επιτακτικότερη την ανάγκη ταχείας ψηφιοποίησης, βελτίωσης της σχέσης κόστους και οφέλους, καθώς και καταγραφής του πραγματικού οφέλους στην παραγωγικότητα. Αυτά, τέλος, θα πρέπει να ολοκληρωθούν συντόμως, διότι οι κυβερνήσεις απαιτούν μεγαλύτερες δαπάνες και περισσότερη πληροφόρηση σχετικά με τις πρωτοβουλίες στους τομείς Περιβάλλοντος, Κοινωνίας και Εταιρικής Διακυβέρνησης (ESG).