ΑΝΑΛΥΣΗ

Πλησιάζει το τέλος του χαμηλού πληθωρισμού

plisiazei-to-telos-toy-chamiloy-plithorismoy-561123904

Τα τελευταία χρόνια ο πληθωρισμός μοιάζει με τον Γκοντό του Σάμιουελ Μπέκετ. Είναι πολυαναμενόμενος, αλλά δεν εμφανίζεται ποτέ. Σύμφωνα όμως με τους οικονομολόγους Τσαρλς Γκούντχαρτ και Μανότζ Πράνταν, αυτό πρόκειται να αλλάξει. Είναι οι συγγραφείς του έργου «Η μεγάλη δημογραφική ανατροπή: γηράσκουσες κοινωνίες, μειωμένη ανισότητα και αναθέρμανση του πληθωρισμού». Σε αυτό προβλέπουν ότι η μακρά περίοδος μικρών αυξήσεων στις τιμές φθάνει στο τέλος της. Οι ισχυρότατες παγκόσμιες τάσεις θα οδηγήσουν σε σοβαρή μετατόπιση της προσφοράς και της ζήτησης για εργατικά χέρια. Η πανδημία υποχρέωσε τις κυβερνήσεις να επωμιστούν ογκώδες χρέος, οι κάποτε μη συμβατικές πολιτικές έχουν γίνει συνηθισμένες επιλογές για τους διοικητές των κεντρικών τραπεζών, ενώ οι επενδυτές επιδιώκουν να αποκτήσουν περιουσιακά στοιχεία που ευνοούνται από τα πακέτα δημοσιονομικών μέτρων και την ποσοτική χαλάρωση. Η επανεμφάνιση του πληθωρισμού θα επιφέρει ουσιώδεις συνέπειες για όλους. Αλλωστε, επί σειράν ετών η άφθονη προσφορά εργατικών χεριών πίεσε καθοδικά τις τιμές παγκοσμίως.

Οι Γκούντχαρτ και Πράνταν υπολογίζουν ότι η ποσότητα εργασίας που ήταν διαθέσιμη στο σύστημα των προηγμένων οικονομιών, διπλασιάστηκε από το 1991 έως το 2018. Η άνοδος της Κίνας, η εκ νέου ενσωμάτωση της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης στο παγκόσμιο εμπόριο, οι ευρύτερες δημογραφικές τάσεις, καθώς και η ολοένα αυξανόμενη συμμετοχή των γυναικών στην παραγωγή, συνέβαλαν στην αλλαγή. Ως αποτέλεσμα, η διαπραγματευτική ισχύς των εργαζομένων έφθινε, ενώ η εισοδηματική ανισότητα επιδεινώθηκε στις προηγμένες οικονομίες, παρά το ότι οι διαφορές στο εισόδημα μεταξύ των χωρών περιορίστηκαν. Μπορεί οι παρατηρήσεις αυτές να μην είναι καινοφανείς, αλλά μπορούν να αποτελέσουν τη βάση ορισμένων επιχειρημάτων. Οι συγγραφείς πιστεύουν πως οι μεγάλες δημογραφικές μεταβολές, και ειδικά η ελάττωση του πληθυσμού που βρίσκεται σε παραγωγική ηλικία στην Κίνα, καθώς και η αύξηση των ηλικιωμένων, σημαίνουν ότι η διεθνής οικονομία τείνει προς το σημείο ανάφλεξης του πληθωρισμού. Οι γηραιότεροι, που βαίνουν αυξανόμενοι, θα καταναλώνουν χωρίς να παράγουν, όπερ σημαίνει πως η ζήτηση για προϊόντα και υπηρεσίες ενισχύεται σε σχέση με την προσφορά. Η συνθήκη αυτή απαιτεί μία χορεία φροντιστών, δηλαδή επαγγελμάτων, τα οποία, όπως πολύ πειστικά τονίζουν οι Γκούντχαρτ και Πράνταν, δεν μπορούν ούτε και πρέπει να ασκηθούν από ρομπότ. Οταν οι άλλοι οικονομολόγοι θίγουν τις μεγάλες μικροοικονομικές τάσεις, σπάνια εξετάζουν λεπτομερώς τις τάσεις στην κοινωνική πρόνοια, την ανάγκη μέριμνας ηλικιωμένων και τη νόσο Αλτσχάιμερ. 

Αντιθέτως, οι Γκούντχαρτ και Πράνταν συνδυάζουν αποκαλυπτικά στατιστικά στοιχεία, όπως το 1 τρισ. δολ. που υπολογίζεται να είναι το άμεσο και έμμεσο κόστος της αντιμετώπισης του Αλτσχάιμερ, ή την πρόβλεψη ότι ο αριθμός των πασχόντων από τη νόσο θα τριπλασιαστεί από το 2015 έως το 2050 και θα φθάσει τα 152 εκατ. Επιπλέον, ασχολούνται και με τα πιθανά αντεπιχειρήματα, που πιθανώς να διατυπωθούν. Λόγου χάριν, αφιερώνουν ένα κεφάλαιο στο γιατί η Ιαπωνία, η οποία επί σειράν ετών είχε χαμηλό πληθωρισμό παρά τον ταχέως γηράσκοντα πληθυσμό της, δεν μπορεί να αποτελέσει ένα βαρόμετρο για τον υπόλοιπο κόσμο. Το εργατικό δυναμικό της μειωνόταν, ενώ ταυτοχρόνως η προσφορά φθηνότερων αλλά και αποδοτικών εργατικών χεριών αυξανόταν σε παγκόσμιο επίπεδο. 

Μία μακρά περίοδος χαμηλότατων επιτοκίων έδωσε τη δυνατότητα στις κυβερνήσεις να αυξήσουν τον δανεισμό τους, χωρίς να εκτιναχθεί το συνολικό κόστος εξυπηρέτησής του, ακόμα και προ της πανδημίας. Τέλος, οι συγγραφείς προβλέπουν ότι οι κεντρικές τράπεζες, οι οποίες την προηγούμενη δεκαετία ήταν οι «καλύτερες φίλες» κυβερνήσεων, εταιρειών και νοικοκυριών με στεγαστικά δάνεια, θα προκαλέσουν αντιδράσεις εάν προσπαθήσουν να αναχαιτίσουν τις πληθωριστικές πιέσεις, που επωάζονται.