ΑΠΟΨΗ

H «πανδημία» της τηλεργασίας

h-pandimia-tis-tilergasias

Από τον Μάρτιο του 2020, η τηλεργασία εισέβαλε απότομα, λόγω της πανδημίας, στο εργασιακό περιβάλλον μεγάλου αριθμού επιχειρήσεων μεταβάλλοντας σταδιακά τις σχέσεις μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων, τις ισορροπίες στην αγορά εργασίας καθώς και τις εσωτερικές δομές των επιχειρήσεων. 

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να υποστηρίζεται ευρέως ότι η μετάβαση στο εν λόγω μοντέλο παροχής εργασίας εφαρμόστηκε για πρώτη φορά ως απόρροια της COVID-19, για την αποφυγή της διασποράς του κορωνοϊού, και ως αναγκαιότητα για την κατά το δυνατόν μεγαλύτερη διασφάλιση της συνέχισης της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Η παραπάνω θέση δεν είναι απολύτως ακριβής, καθώς ο θεσμός της τηλεργασίας, δηλαδή της δυνατότητας παροχής εργασίας από τον εργαζόμενο εξ αποστάσεως με τη χρήση τηλεπικοινωνιακών/τεχνολογικών μέσων, υφίσταται εδώ και πολλές δεκαετίες και μάλιστα σε ορισμένους κλάδους το συγκεκριμένο μοντέλο ήταν αρκετά διαδεδομένο ήδη προ πανδημίας. Ωστόσο, η δυναμική που απέκτησε κατά την πανδημία η τηλεργασία δεν μπορεί να συγκριθεί με την προϋπάρχουσα διάδοσή της στην ελληνική αγορά εργασίας, καθώς το ποσοστό των εργοδοτών που προσέφυγαν σε αυτή εκτινάχθηκε, βάσει μελετών, από το 1% στο περίπου 80% των επιχειρήσεων μέσα σε λίγους μήνες.

Προκύπτει αβίαστα το ακόλουθο ερώτημα: Θα μπορούσαμε να εκλάβουμε την τηλεργασία ως μια επερχόμενη «πανδημία» στον εργασιακό βίο, με συνέπειες που δεν έχουμε ίσως ακόμη προλάβει να αντιληφθούμε και να αξιολογήσουμε πλήρως, τόσο για τον τηλεργαζόμενο όσο και για την επιχείρηση-εργοδότη;

H απάντηση, για τους ειδικούς της εργασίας, είναι μάλλον καταφατική, ειδικά εάν αναλογιστεί κανείς, μεταξύ άλλων, τη μη οριοθετημένη χρήση της τηλεργασίας, η οποία καθιστά δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής, οδηγώντας σε αυξημένο στρες για τους εργαζομένους.

Η συζήτηση περιστρέφεται επίσης γύρω από την απομόνωση που τυχόν αποφέρει η απομάκρυνση από το εργασιακό περιβάλλον και τις επιδράσεις της στη διατήρηση συναδελφικότητας, ομαδικού πνεύματος και κοινού οράματος για τους εργαζομένους. Επιπλέον, υπάρχει προβληματισμός σχετικά με την αποτελεσματική αξιολόγηση της απόδοσης του τηλεργαζόμενου προσωπικού λόγω της μειωμένης φυσικής παρουσίας στα γραφεία και της απομακρυσμένης σχέσης με τον προϊστάμενο.

Οι παραπάνω προκλήσεις δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση, ούτε κατ’ ελάχιστον, τη σπουδαιότητα της συμβολής της τηλεργασίας κατά την περίοδο του lockdown. 

Εξάλλου, η ευρεία χρήση της, σε συνδυασμό με την επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού του κράτους και την ενίσχυση των ψηφιακών δυνατοτήτων των πολιτών και επιχειρήσεων, είναι άμεσα συνυφασμένη με την περαιτέρω ανάπτυξη της παραγωγικότητας. Παράλληλα, αναμένεται να επιφέρει θετικές επιπτώσεις και σε άλλους τομείς του κοινωνικού βίου, όπως στην προστασία του αστικού περιβάλλοντος.

Καταληκτικά, υπό το πρίσμα της ιδιαιτέρως θετικής προοπτικής που προσφέρει η τηλεργασία σε πλείονες τομείς της αγοράς εργασίας και της κοινωνικής ζωής γενικότερα, είναι κρίσιμο να αξιοποιηθεί η εν λόγω μορφή οργάνωσης της εργασίας, με παράλληλο περιορισμό των κινδύνων που εγκυμονεί. Αλλωστε, η διεθνής εμπειρία βρίθει παραδειγμάτων επιτυχούς νομοθέτησης της τηλεργασίας, που οδήγησε στη θετική αξιοποίησή της, όπως αναδεικνύεται λ.χ. από την περίπτωση των σκανδιναβικών χωρών. Σε αυτό το πλαίσιο, οι προαναφερθέντες προβληματισμοί κρίνεται αναγκαίο να ληφθούν υπόψη στις επικείμενες πρωτοβουλίες επέκτασης του θεσμού της τηλεργασίας τόσο από το κράτος μέσω σχετικής νομοθετικής παρέμβασης όσο και από τις ίδιες τις επιχειρήσεις-εργοδότες (μέσω ενημέρωσης/εκπαίδευσης των εργαζομένων, κατάρτισης πολιτικών και υιοθέτησης σχετικών διαδικασιών και δικλίδων ασφαλείας), αλλά και από τους εκπροσώπους των εργαζομένων.

* H κ. Αρτεμις Καραθανάση είναι Senior Manager, Tax & Legal, της PwC Ελλάδας.