ΑΝΑΛΥΣΗ

Η αύξηση του ΑΕΠ δεν λέει πάντα την αλήθεια

Η αύξηση του ΑΕΠ δεν λέει πάντα την αλήθεια

Η πανδημία γίνεται η αφορμή να ανοίξει και πάλι η συζήτηση για το κατά πόσον επαρκεί ως μέτρο αποτίμησης της ευημερίας το ΑΕΠ, ενόσω η τωρινή κρίση με βίαιο τρόπο κατέδειξε τα κενά στο σύστημα υγείας και στην κοινωνική πρόνοια. 

Η ανάκαμψη, η οποία ακολούθησε, απλώς όξυνε το χάσμα ανάμεσα σε εκείνους που, όντας ήδη πλούσιοι, ωφελήθηκαν από την άνοδο των τιμών στα περιουσιακά στοιχεία και στους άλλους, που περνούν την κάθε μέρα με τον φόβο μήπως χάσουν τη δουλειά τους. Στις 21 Οκτωβρίου το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ έδωσε στη δημοσιότητα έκθεση, η οποία προτείνει την ένταξη του ΑΕΠ σε έναν ευρύτερο πίνακα δεικτών, στον οποίο συμπεριλαμβάνονται και άλλοι παράγοντες, όπως η ανισότητα, η χρήση καυσίμων και πετρελαίου θέρμανσης και η δημόσια υγεία. 

Σε ανοιχτή συζήτηση της ΕΚΤ με το κοινό συμμετέχοντες έθεσαν το θέμα των εναλλακτικών οικονομικών μοντέλων. «Η πανδημία με τον πιο καταφανή τρόπο έδειξε ότι αυτό για το οποίο ενδιαφερόμαστε, ημών των οικονομολόγων συμπεριλαμβανομένων, δεν είναι η ποσότητα των χρημάτων, που κυκλοφορεί στον οικονομικό μηχανισμό, αλλά η ευημερία των ανθρώπων σε ευρύτερο πλαίσιο», σημειώνει η Νταϊάν Κόιλ, καθηγήτρια στο Κέμπριτζ και συγγραφέας του βιβλίου «ΑΕΠ: Μία σύντομη αλλά τρυφερή σχέση». 

Ωστόσο, ακόμα δεν υπάρχει ένα και μόνο μέτρο αυτή τη στιγμή να αντικαταστήσει το ΑΕΠ». Ο δείκτης αυτός κυριαρχεί σχεδόν έναν αιώνα και η μακροημέρευσή του σχετίζεται με το ότι είναι απλός. 

Πρόκειται για έναν και μόνο αριθμό, εύληπτο και εύχρηστο, που μπορούν οι πολιτικοί, όταν είναι καλός, να τον χρησιμοποιήσουν ως εύσημο των πολιτικών τους. Αλλά η ηγεμονία του ΑΕΠ δέχεται κριτική τα τελευταία χρόνια, από ανθρώπους όπως ο νομπελίστας οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτζ, ο οποίος κάνει λόγο για «φετιχισμό» του ΑΕΠ, ενώ μαζί με τον Ζαν-Πολ Φιτουσσί προτείνουν ελαφρώς διαφοροποιημένη προσέγγιση, η οποία περιλαμβάνει την ευημερία και το περιβάλλον.

«Μπορείς να έχεις μία πολύ σημαντική αύξηση του ΑΕΠ, αλλά εάν αφορά μόνον το 1% του πληθυσμού, δεν έχει σημασία», υπογραμμίζει ο κ. Φιτουσί, επίτιμος καθηγητής στο Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών του Παρισιού. «Οταν σου λείπουν ορισμένα μεγέθη, λαμβάνεις μάλλον εσφαλμένες αποφάσεις».

Η απαρχή του ΑΕΠ χρονολογείται στην περίοδο του Μεγάλου Κραχ, όταν ο Αμερικανός οικονομολόγος Σάιμον Κούζνετς αναζητούσε τρόπους να εξηγήσει στο Κογκρέσο τι συνέβαινε στην αμερικανική οικονομία. Αλλά ακόμα και τότε είχε αναφερθεί στα όριά του. «Η ευημερία μιας χώρας δεν είναι δυνατόν να αποτυπωθεί από τη μέτρηση του εθνικού εισοδήματος», έγραφε. Το μείζον πρόβλημα έγκειται στο ότι η μέτρηση είναι ανεπεξέργαστη, μιας και η παραγωγή όπλων, νοσοκομειακών κλινών ή κέικ σοκολάτας μετριέται με τον ίδιο τρόπο ανεξαιρέτως και ασχέτως εάν κάνουν καλό στην κοινωνία και στο περιβάλλον. Επιπροσθέτως, το ΑΕΠ συνιστά ένα ατελές εργαλείο υπολογισμού των άυλων πραγμάτων, κάτι πραγματικά μειονεκτικό στην ψηφιακή εποχή. 

Συν τοις άλλοις, δεν συνεκτιμά την απλήρωτη εργασία, όπως είναι η ανατροφή των παιδιών και οι οικιακές εργασίες, αν και καταλαμβάνουν μεγάλο χώρο στη ζωή των ανθρώπων. Ως εναλλακτική, το Μπουτάν τη δεκαετία του 1970 ξεκίνησε να μετράει την Εθνική Ακαθάριστη Ευτυχία.

Στην αυγή του 21ου αιώνα και συγκεκριμένα το 2001 η Αυστραλία άρχισε να υπολογίζει την ευημερία των πολιτών της, ενώ το 2007 ξεκίνησε η πρωτοβουλία στην Ε.Ε. με την επωνυμία «Πέραν του ΑΕΠ» για την κατάρτιση νέων εμπεριστατωμένων δεικτών. Η Νέα Ζηλανδία διαθέτει έναν προϋπολογισμό ευημερίας, όπου δίδεται έμφαση σε μεγέθη όπως οι δαπάνες ψυχικής υγείας και η παιδική φτώχεια.