REAL ESTATE

Ελκυστική η αγορά της Αθήνας για τους θεσμικούς του real estate

Η Αθήνα θεωρείται μια ασφαλής επενδυτική επιλογή για αρκετούς θεσμικούς επενδυτές, λόγω της έλλειψης ποιοτικών ακινήτων. Ετσι, εκτιμάται ότι τα υφιστάμενα ποιοτικά κτίρια θα μπορέσουν να διατηρήσουν και να αυξήσουν ενδεχομένως την αξία τους στο μέλλον (φωτ. ΙΝΤΙΜΕ).

Ισχυρές παραμένουν οι προοπτικές της ελληνικής αγοράς επαγγελματικών ακινήτων, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την προβλεπόμενη πορεία των τιμών πώλησης, αλλά και των ενοικίων κατά τη διάρκεια του 2021. Αυτό αναφέρουν τόσο ξένοι όσο και Ελληνες θεσμικοί επενδυτές οι οποίοι συμμετείχαν στη φετινή ετήσια έρευνα για τις προοπτικές της ευρωπαϊκής αγοράς ακινήτων τον επόμενο χρόνο. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από την PwC, για λογαριασμό του Urban Land Institute.

Σύμφωνα με αυτήν, η Αθήνα κατατάσσεται στην 9η θέση επί συνόλου 31 πόλεων στην Ευρώπη, με βάση την εκτιμώμενη πορεία των αξιών και των ενοικίων των επενδυτικών ακινήτων (π.χ. κτίρια γραφείων, logistics κ.λπ.). Πρόκειται για μια σημαντική εξέλιξη, εν μέσω πανδημίας. Ουσιαστικά, αυτό στο οποίο συμφωνούν οι θεσμικοί επενδυτές είναι ότι η αγορά ακινήτων της Αθήνας προσφέρει σημαντικές προοπτικές μελλοντικών υπεραξιών και εσόδων από ενοίκια.

Οπως αναφέρει στην «Κ» η κ. Ερη Μητσοστεργίου, πρόεδρος του ULI για την Ελλάδα και την Κύπρο και επικεφαλής του τομέα έρευνας για την ευρωπαϊκή αγορά για λογαριασμό της εταιρείας συμβούλων ακινήτων Savills, «η αγορά της Αθήνας δεν πρόλαβε να εξέλθει από τον πρόσφατο πτωτικό κύκλο που διαμορφώθηκε την περίοδο της οικονομικής κρίσης, με αποτέλεσμα να υπάρχει ακόμα σημαντικό περιθώριο μελλοντικών υπεραξιών, τόσο σε ό,τι αφορά τα ενοίκια όσο και τις αξίες». Σύμφωνα με την κ. Μητσοστεργίου, «αρκετές πόλεις στην Ευρώπη έχουν καταγράψει άνοδο των τιμών τα προηγούμενα χρόνια και μείωση των αποδόσεών τους, κάτι που δεν πρόλαβε να συμβεί στον ίδιο βαθμό στην Αθήνα, καθώς η ανοδική πορεία επανεκκίνησε αρκετά αργότερα. Ταυτόχρονα, η Αθήνα θεωρείται μια ασφαλής επενδυτική επιλογή για αρκετούς θεσμικούς επενδυτές, λόγω της έλλειψης ποιοτικών ακινήτων. Ετσι, εκτιμάται ότι τα υφιστάμενα ποιοτικά κτίρια θα μπορέσουν να διατηρήσουν και να αυξήσουν ενδεχομένως την αξία τους στο μέλλον, εν αντιθέσει με τα ακίνητα χαμηλότερων ποιοτικών προδιαγραφών», τονίζει η κ. Μητσοστεργίου.

Σημειωτέον ότι, κατά την αντίστοιχη περυσινή έρευνα, η αγορά της Αθήνας είχε βρεθεί στην πρώτη θέση. Οσον αφορά τις συνολικές επενδυτικές προοπτικές της ελληνικής πρωτεύουσας για το 2021, αυτές παραμένουν θετικές, παρότι δεν σημειώθηκε κάποια βελτίωση στη συνολική κατάταξη. Συγκεκριμένα, η Αθήνα παρέμεινε στην 28η θέση, όπου βρισκόταν και στην αντίστοιχη περυσινή έρευνα. Ωστόσο, αυτό δεν οφείλεται σε κάποια υστέρηση, όσο στο γεγονός ότι, λόγω μεγέθους και έλλειψης ακινήτων, είναι δύσκολο να αναρριχηθεί σε υψηλότερες θέσεις στη σχετική κατάταξη. Υπενθυμίζεται ότι, από το 2019, η PwC έχει διαφοροποιήσει τα κριτήρια με βάση τα οποία αξιολογούνται οι επιμέρους αγορές ακινήτων. Αυτό συνέβη προκειμένου να αποτυπώνεται όχι μόνο η άποψη των συμμετεχόντων, αλλά και πρόσθετοι παράγοντες, όπως για παράδειγμα η διαθέσιμη ρευστότητα της εκάστοτε αγοράς, το μέγεθός της και το πόσοι ξένοι θεσμικοί επενδυτές ενδιαφέρονται ενεργά με αυτήν (κάτι που προκύπτει με βάση τον αριθμό των απαντήσεων για μια πόλη).

Οπως αναφέρει η κ. Μητσοστεργίου, η κυρίαρχη τάση μεταξύ των επενδυτών αφορά τη στροφή τους σε όσο το δυνατόν ασφαλέστερες επιλογές ακινήτων και αγορών, λόγω της πανδημίας, κάτι που δεν θα διαφοροποιηθεί το 2021. Αυτό όμως που θα αλλάξει τον επόμενο χρόνο θα είναι η προέλευση των επενδυτών. «Οι δυσκολίες στις μετακινήσεις λόγω των μέτρων περιορισμού της πανδημίας, αλλά και η ελαχιστοποίηση του επενδυτικού ρίσκου, θα στρέψουν τους περισσότερους θεσμικούς επενδυτές στην αναζήτηση ακινήτων στις αγορές από τις οποίες προέρχονται», σημειώνει. Ουσιαστικά, θα υπάρξει μεγαλύτερη κινητικότητα από τους εγχώριους επενδυτές σε σχέση με τους ξένους, καθώς θα περιοριστούν οι διασυνοριακές συναλλαγές.