ΑΝΑΛΥΣΗ

Ασπίδα στην πανδημία για το Λονδίνο η Τράπεζα της Αγγλίας

aspida-stin-pandimia-gia-to-londino-i-trapeza-tis-agglias0

Aκόμη και αν ο Βρετανός υπουργός Οικονομικών Ρίσι Σουνάκ είχε ψάξει να βρει καλύτερο φίλο από τον Αντριου Μπέιλι, μάλλον δεν θα τα κατάφερνε. Ο διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας δήλωσε πως θα προχωρήσει στην αγορά επιπλέον κρατικών ομολόγων της τάξεως των 150 δισ. στερλινών (166 δισ. ευρώ), ώστε να συνδράμει την οικονομία, η οποία θα δεχθεί ένα νέο πλήγμα από την επιβολή καραντίνας. Αυτές οι αγορές θα δώσουν τη δυνατότητα στον Σουνάκ να εξακολουθήσει να κάνει δαπάνες, χωρίς να προβληματίζεται εάν το κόστος δανεισμού αυξηθεί. Εντούτοις, η ζέση για νέες αγορές της Τράπεζας της Αγγλίας φαίνεται πως στην καλύτερη περίπτωση δεν είναι τίποτε άλλο από ένα τσιρότο στο τραύμα. 

Το δημόσιο χρέος του Ηνωμένου Βασιλείου έχει εκτιναχθεί στα 2,1 τρισ. στερλίνες (2,3 τρισ. ευρώ), ήτοι στο 103,5% του ΑΕΠ, ενόσω ο υπουργός Οικονομικών διεύρυνε το πρόγραμμα επείγουσας βοήθειας για τη στήριξη εργαζομένων και επιχειρήσεων. Μόνο η πρωτοβουλία επιδότησης των μισθών, όταν οι υπάλληλοι τελούν σε καθεστώς αναστολής, κοστίζει στην κυβέρνηση περισσότερα από 40 δισ. στερλίνες με τα μέχρι σήμερα δεδομένα. Τώρα, που το εν λόγω σχήμα παρατάθηκε έως τον Μάρτιο του 2021, το κόστος θα αυξηθεί. 

Παρά ταύτα, οι αγορές τίτλων του Αντριου Μπέιλι λειτούργησαν ανασχετικά στην άνοδο των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων. Κι ενώ η Τράπεζα της Αγγλίας κάνει καλή δουλειά στο να διασφαλίσει για τον Ρίσι Σουνάκ πως θα διατηρηθεί σε χαμηλά επίπεδα το κόστος δανεισμού, δεν μπορεί να διορθώσει τα πάντα. Η πανδημία προκάλεσε μεταβολές στον τρόπο που οι άνθρωποι εργάζονται και καταναλώνουν. Παραδείγματος χάριν, οι καταναλωτές ξόδεψαν περισσότερα το τρίτο τρίμηνο σε επίπλωση, ηλεκτρονικά και διάφορα είδη ανακαίνισης σπιτιού, και πολύ λιγότερα σε ταξίδια, διασκέδαση, καύσιμα και ξενοδοχεία. Εάν ορισμένες από τις τάσεις αυτές παραμείνουν και μετά τον ιό, θα αλλάξει και η δομή της βρετανικής οικονομίας. Ενδεχομένως η χώρα να είναι σε καλύτερη θέση να προσαρμοστεί σε τέτοια δομική αλλαγή από άλλες χώρες. Ακόμη και σε κανονικές συνθήκες το 9% των εργαζομένων αλλάζει δουλειά κάθε χρόνο. Η πανδημία ωστόσο είχε υπερμεγέθεις επιπτώσεις στις υπηρεσίες και ειδικά στη φιλοξενία, όπου απασχολούνται ανειδίκευτοι και νέοι εργαζόμενοι. Και αυτοί ίσως δυσκολεύονται να βρουν δουλειά σε άλλους τομείς οικονομικής δραστηριότητας, εάν στη νέα θέση τους καλούνται να ασκήσουν πολύ διαφορετικά καθήκοντα. 

Υπάρχουν, όμως, και καλά νέα. Ακόμη και αν το μοντέλο καταναλωτικών δαπανών παραμείνει ως έχει το τέταρτο τρίμηνο, η Τράπεζα προβλέπει πως το οικονομικό κόστος θα αποβεί πολύ μικρότερο από το αντίστοιχο τις δεκαετία του 1980 και του 1990. Τότε συντελούνταν μείζονες διαρθρωτικές αλλαγές, όταν το ποσοστό όσων απασχολούνταν στη βιομηχανία ελαττώθηκε από το 26% στο 16%. Πολλοί εγκλωβίστηκαν κι έμειναν μακροχρόνια άνεργοι. Το ζήτημα τώρα είναι να μην επαναληφθεί το ίδιο σενάριο.