ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Η Ελλάδα επιχειρεί να εισέλθει στη διεθνή αγορά των data centers

H Digital Realty εξαγόρασε την ελληνική Lamda Hellix, η οποία παρέχει υπηρεσίες data center στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, στη Μέση Ανατολή και στη Βόρεια Αφρική, διαθέτοντας ένα πλούσιο χαρτοφυλάκιο κέντρων δεδομένων.

Μπορεί ένα μιλιδευτερόλεπτο, που ισοδυναμεί με 0,001 δευτερόλεπτα, να καθορίσει την επιτυχία μιας επένδυσης στο χρηματιστήριο; Εκτός από τους ειδικούς στην πληροφορική, για τους περισσότερους η απάντηση μάλλον είναι αρνητική, εάν ληφθεί υπόψη ότι ακόμη και το ανοιγοκλείσιμο των ματιών διαρκεί περισσότερο από 0,001 δευτερόλεπτα. Ωστόσο, ένα μιλιδευτερόλεπτο μπορεί να κάνει τη διαφορά σε μία χρηματιστηριακή συναλλαγή και επαρκεί προκειμένου ένας επενδυτής να μην καταφέρει να τοποθετηθεί σε ένα «πακέτο» μετοχών σε συγκεκριμένη τιμή.

Η διακύμανση καθυστέρησης, γνωστή και ως «jitter», είναι εμφανής κατά την προβολή ενός βίντεο που αργεί να φορτώσει. Και περιορίζεται όσο μικρότερη είναι η απόσταση των χερσαίων και υποθαλάσσιων καλωδίων οπτικών ινών που διατρέχουν τη γη και μεταφέρουν παντού τον όγκο δεδομένων. Η μείωση όμως της απόστασης που χρειάζεται να διανύσει ένα καλώδιο –του οποίου οι άκρες του καταλήγουν σε κέντρα δεδομένων (data centers)– δεν συρρικνώνει μόνο το «jitter» αλλά και το κόστος της επένδυσης για την ανάπτυξη της συγκεκριμένης υποδομής.

Στον καμβά αυτό τοποθετούνται οι επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων στην Ελλάδα όπως η Microsoft, και μόλις την περασμένη εβδομάδα η αμερικανική Digital Realty που εξαγόρασε την ελληνική Lamda Hellix. Η τελευταία, που ιδρύθηκε το 2002, παρέχει υπηρεσίες data center στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, στη Μέση Ανατολή και στη Βόρεια Αφρική, διαθέτοντας ένα πλούσιο χαρτοφυλάκιο κέντρων δεδομένων. «Εάν μελετήσουμε τον χάρτη των υποβρύχιων καλωδίων οπτικής ίνας που είναι ποντισμένα στη Μεσόγειο, με προέλευση από την Ασία, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική θα διαπιστώσουμε ότι η Ελλάδα σχεδόν απουσιάζει»,  εξηγεί στην «Κ» ο Γιώργος Ψυρρής, διευθυντής της Grid Telecom, της θυγατρικής εταιρείας του Ανεξάρτητου Διαχειριστή Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας που μετράει ένα χρόνο ζωής κι έχει ως αντικείμενο την ανάπτυξη δικτύου οπτικών ινών.

«H Ελλάδα δεν βρίσκεται στον ρουν των ινών που θα μπορούσαν από το Σουέζ να διέρχονται από ένα data center στα Χανιά και από εκεί να συνεχίζουν την πορεία τους στην Ελλάδα και στη συνέχεια να κατευθύνονται στη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και στα μεγάλα κέντρα της Ευρώπης, το Αμστερνταμ και τη Φρανκφούρτη», σημειώνει. Σύμφωνα με τους ειδικούς, ο ρυθμός ανάπτυξης ευρυζωνικών συνδέσεων και κατ’ επέκταση η ζήτηση για δεδομένα από την Ασία και την Αφρική γνωρίζει εκρηκτική άνοδο – λόγω και του πρότυπου περιεχομένου που προσφέρουν πάροχοι, όπως η Google, το Facebook, το Youtube κ.τ.λ.

Ωστόσο, αυτή η συνεχώς αυξανόμενη ζήτηση για χωρητικότητα δηλαδή για όγκο δεδομένων, δεν… αγγίζει την Ελλάδα ως προς τις υποδομές, καθώς σήμερα διαθέτει μόλις λίγο περισσότερα από 10 data centers. Ως αποτέλεσμα, τα καλώδια οπτικών ινών που μεταφέρουν δεδομένα προς τα Βαλκάνια ή χώρες της Ανατολικής Ευρώπης από την Ασία διέρχονται μέσω Ιταλίας, «κάνουν κύκλο», όπως σημειώνει ο κ. Ψυρρής για να συνδεθούν με κάποια data centers στις εν λόγω περιοχές, που βρίσκονται στη «γειτονιά» της Ελλάδας.

Είναι ενδεικτικό ότι το καλώδιο μήκους 37.000 χιλιομέτρων που η Facebook αναπτύσσει υποθαλάσσια και θα κυκλώνει την Αφρική με στόχο τη βελτίωση της πρόσβασης στο Διαδίκτυο των κατοίκων της ηπείρου, προσπερνάει την Ελλάδα, παρότι θα ποντιστεί σε απόσταση αναπνοής από τα Χανιά, σύμφωνα με τη σχεδιαζόμενη χάραξη της διαδρομής του. Πάντως, επενδύσεις, όπως αυτές της Microsoft και της Digital Realty εκτιμάται ότι θα μπορούσαν σταδιακά να θέσουν τον Ελλάδα στον παγκόσμιο χάρτη των δικτύων οπτικών ινών και των data centers. 

Κομβικός παράγοντας το ενεργειακό κόστος για προσέλκυση επενδύσεων

Το κόστος ενέργειας που αντιστοιχεί στο 30% των δαπανών λειτουργίας ενός data center και η τιμή μίσθωσης (leasing) των οπτικών ινών είναι οι δύο πιο σημαντικοί παράγοντες που λαμβάνουν υπόψη οι εταιρείες προτού τοποθετηθούν σε μία χώρα. Οπως αναφέρουν οι ειδικοί, στις χώρες του Νότου που εμφανίζουν πολύ υψηλότερο μέσον όρο θερμοκρασίας σε σχέση με τα κράτη του Βορρά, οι ανάγκες για ψύξη των μηχανημάτων και κατ’ επέκταση η κατανάλωση ενέργειας είναι πολύ μεγαλύτερες. Με τα δεδομένα αυτά, οι πιο κρύες χώρες εμφανίζεται να έχουν συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι των πιο ζεστών περιοχών, αλλά η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών συστημάτων θα μπορούσε να μειώσει σημαντικά το ενεργειακό κόστος, καθιστώντας πιο «πράσινες» τις επενδύσεις αυτές. Εξάλλου, βάσει της ψηφιακής στρατηγικής που έχει χαράξει η Ευρωπαϊκή Ενωση, τα κέντρα δεδομένων θα πρέπει να καταστούν με ορίζοντα το 2030 ενεργειακά ουδέτερα, καθώς, συμπεριλαμβανομένων των τηλεπικοινωνιακών δικτύων, αντιπροσωπεύουν από το 5% έως 9% της παγκόσμιας κατανάλωσης ενέργειας και άνω του 2% του συνόλου των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Η παροχή κινήτρων, σε συνδυασμό με το χαμηλότερο κόστος αγοράς ή μίσθωσης γης που εμφανίζει η Ελλάδα και τις προοπτικές που διαθέτει η χώρα λόγω τοποθεσίας αλλά και καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού θα μπορούσε να βάλει δυναμικά τη χώρα στον παγκόσμιο χάρτη των κέντρων δεδομένων, όπως αναφέρουν στελέχη του κλάδου.

Προς το παρόν, η Ελλάδα βαθμολογείται χαμηλά, σύμφωνα με τον δείκτη της συμβουλευτικής εταιρείας Savills για το ποια ευρωπαϊκή χώρα, μεταξύ 21, είναι η πιο ελκυστική για τη δημιουργία κέντρου δεδομένων. Στην πρώτη πεντάδα ανήκουν η Ισλανδία παρότι βρίσκεται μακριά από το κέντρο της Ευρώπης, η Σουηδία, η Νορβηγία, η Δανία και η Ολλανδία, καθώς τα δίκτυα τηλεπικοινωνιών που διαθέτουν είναι ιδιαίτερα υψηλών προδιαγραφών. Επίσης, η Ολλανδία μαζί με τη Γερμανία, τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία αντιπροσωπεύουν το 74% των επενδύσεων σε data centers από το 2014 έως το 2020, με τις τέσσερις χώρες να διακρίνονται για το μεγάλο βαθμό διείσδυσης του υπολογιστικού νέφους. 

Ο βαθμός ανάπτυξης των δικτύων τηλεπικοινωνιών, η πολιτική σταθερότητα, η μέση ετήσια θερμοκρασία, το επίπεδο τη κυβερνοασφάλειας, το κόστος ενέργειας, το κόστος εργασίας και το πόσο καταρτισμένο είναι το ανθρώπινο δυναμικό είναι οι παράγοντες που λαμβάνουν υπόψη οι εταιρείες τεχνολογίας.