ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Αλλαγές στο παρά πέντε στους όρους παραχώρησης της Εγνατίας

Ο διαγωνισμός για την Εγνατία Οδό είναι ο μεγαλύτερος στον ευρύτερο τομέα υποδομών και παραχωρήσεων που βρίσκεται σε εξέλιξη, με συνολικό οικονομικό αντικείμενο που αναμένεται να ξεπεράσει το 1 δισ. ευρώ για την παραχώρηση του αυτοκινητοδρόμου και την υλοποίηση των απαραίτητων επενδύσεων για την αναβάθμιση και τη διαχείρισή του. (Φωτ. ΑΠΕ)

Νέες μεγάλες καθυστερήσεις ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο διαγωνισμός του ΤΑΙΠΕΔ για την παραχώρηση της Εγνατίας Οδού καθώς, λίγες μόλις ημέρες πριν από την καταληκτική ημερομηνία για την υποβολή των οικονομικών προσφορών που έχει οριστεί για τις 11 Δεκεμβρίου, εισήχθησαν αλλαγές που προκαλούν εντονότατες αντιδράσεις από θιγόμενους υποψήφιους επενδυτές. Πρόκειται για τον μεγαλύτερο διαγωνισμό στον ευρύτερο τομέα υποδομών και παραχωρήσεων που βρίσκεται σε εξέλιξη, με συνολικό οικονομικό αντικείμενο που αναμένεται να ξεπεράσει το 1 δισ. ευρώ για την παραχώρηση του αυτοκινητοδρόμου και την υλοποίηση των απαραίτητων επενδύσεων για την αναβάθμιση και διαχείρισή του.

Αιτία για τον θόρυβο που ξέσπασε αυτή την εβδομάδα στη διαγωνιστική διαδικασία είναι οι αντιδράσεις στην πρωτοβουλία της διοίκησης του ΤΑΙΠΕΔ να τροποποιήσει σημαντικούς όρους του διαγωνισμού. Σύμφωνα με την αρχική προκήρυξη, το ΤΑΙΠΕΔ διατηρεί το δικαίωμα να κάνει αλλαγές, αλλά πηγές επενδυτικών σχημάτων που έχουν προκριθεί και συμμετέχουν στον διαγωνισμό ισχυρίζονται πως οι αλλαγές που επέρχονται «καταργούν στην πράξη την ισότιμη μεταχείριση όλων των υποψηφίων, αλλοιώνουν τον ανταγωνισμό κι επιπλέον βλάπτουν το ελληνικό Δημόσιο, καθώς καθιστούν εξαιρετικά πιθανό το ενδεχόμενο να απολέσει σημαντικά επιπλέον κεφάλαια». Οι ίδιες πηγές σημειώνουν ότι προκαλεί μεγάλη εντύπωση το γεγονός ότι η κίνηση αυτή γίνεται τώρα, ενώ η προεπιλογή των επτά υποψήφιων σχημάτων που μπορούν να υποβάλουν προσφορά έχει ολοκληρωθεί εδώ και δυόμισι χρόνια.

Οι τροποποιήσεις που έκανε το ΤΑΙΠΕΔ κοινοποιήθηκαν στους επενδυτές την Τρίτη 3 Νοεμβρίου και θέτουν εν αμιφιβόλω την ομαλή διεξαγωγή του διαγωνισμού επειδή οι θιγόμενοι προτίθενται, όπως σημειώνουν στην «Κ», να προσφύγουν κατά της απόφασης αυτής με όλα τα νόμιμα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους ενώ, σύμφωνα με πληροφορίες, το θέμα έχει τεθεί και στην κυβέρνηση.

Οπως τονίζουν οι ίδιες πηγές, δύο είναι οι επίμαχες αλλαγές. Η πρώτη αφορά τη διαδικασία ενδεχόμενου αιτήματος του ΤΑΙΠΕΔ για υποβολή βελτιωμένων οικονομικών προσφορών και η δεύτερη αφορά όρο του διαγωνισμού που σχετίζεται με τη συνεργασία των υποψηφίων με τραπεζικά ιδρύματα για τη χρηματοδότηση του έργου. Οσον αφορά αυτή τη δεύτερη τροποποίηση, οι όροι της διακήρυξης ήταν σαφείς κι επέτρεπαν στους υποψηφίους είτε να έχουν συνάψει συνεργασία με συγκεκριμένη τράπεζα κατά την υποβολή της προσφοράς είτε να τη συνάψουν –εφόσον αναδειχθούν προσωρινοί ανάδοχοι– εντός τριμήνου, προκειμένου να κλείσει το σχήμα χρηματοδότησης της παραχώρησης και να υπογραφούν οι συμβάσεις. Το διοικητικό συμβούλιο του ΤΑΙΠΕΔ όμως άλλαξε τον όρο αυτό, επιβάλλοντας επί της ουσίας «ποινή» σε όποιον δεν έχει εκ των προτέρων κλείσει συμφωνία με τράπεζα, ισχυρίζονται οι αντιδρώντες.

Για να γίνει καλύτερα αντιληπτό το σημείο αυτό, πρέπει να αναφερθεί ότι το ΤΑΙΠΕΔ εξασφάλισε για όλους τους υποψηφίους μία βασική χρηματοδότηση (staple finance), ένα προσχεδιασμένο χρηματοδοτικό πακέτο από τράπεζα, που προσφέρεται σε όλους τους πιθανούς πλειοδότες του διαγωνισμού. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η χρηματοδότηση αυτή προέρχεται από μία από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες η οποία τυγχάνει και σύμβουλος του Ταμείου στον εν λόγω διαγωνισμό. Εκ των επτά υποψηφίων, τρεις εμφάνισαν κατά τη διαδικασία εκδήλωσης ενδιαφέροντος χρηματοδότρια τράπεζα και ειδικότερα μία από τις υπόλοιπες τρεις συστημικές ο καθένας. Τώρα, με την τροποποίηση που εισήχθη οψίμως, εκείνοι οι υποψήφιοι που δεν εμφάνισαν τράπεζα, επειδή δεν υπήρχε κάποια διαθέσιμη, εκτιμώντας πως μπορούν να πετύχουν μια καλύτερη συμφωνία αφού ανακηρυχθούν πλειοδότες επενδυτές όπως η προκήρυξη του διαγωνισμού επέτρεπε, έχουν να αντιμετωπίσουν και μόνον αυτοί επιπλέον επιβάρυνση. Εάν πετύχουν χαμηλότερο επιτόκιο ή καλύτερους όρους από του staple finance, καλούνται να μοιραστούν το όφελος αυτό με το ΤΑΙΠΕΔ σε ποσοστό 60-40, με το 40% να πηγαίνει στο Δημόσιο. Τα σχετικά ποσά μπορεί να είναι πολύ μεγάλα και να προσμετρούνται σε αρκετές δεκάδες εκατομμύρια ευρώ εξαιτίας της διάρκεια του δανείου και της παραχώρησης. Ετσι, εάν ανακηρυχθεί πλειοδότης υποψήφιος που δεν έχει κατέβει με τράπεζα και πετύχει καλύτερους χρηματοδοτικούς όρους από την αγορά από αυτούς που προσφέρονται από την τράπεζα-σύμβουλο του ΤΑΙΠΕΔ (σημειώνεται πως τουλάχιστον ένας υποψήφιος δηλώνει πως ακόμα δεν του έχουν γνωστοποιηθεί ούτε το ύψος της διαθέσιμης χρηματοδότησης ούτε οι όροι της, γεγονός που αυτονόητα προσθέτει επιπλέον αβεβαιότητα), θα υποχρεωθεί να καταβάλει αυτό το 40%, το οποίο όμως δεν προσμετρείται στο εφάπαξ τίμημα για την παραχώρηση και δεν συμμετέχει στον μηχανισμό για την επιλογή αναδόχου. Η αρχιτεκτονική αυτή δημιουργεί ζήτημα ανταγωνιστικότητας για τους ομίλους αυτούς, διότι με την κατάργηση της δυνατότητας εκ των υστέρων (ανα)χρηματοδότησης (το συγκεκριμένο δικαίωμα παρεχόταν μόνο εντός τριμήνου από την ανακήρυξη), οι όροι του staple finance καθίστανται πλέον ρυθμιστές ανταγωνιστικότητας.

Επιπλέον, το Δημόσιο δεν μπορεί να εισπράξει την πραγματικά υψηλότερη προσφορά, διότι αν κάποιος από τους άλλους ομίλους, που εμφανίστηκε με τράπεζα στην πρώτη φάση, κάνει προσφορά έστω και 1 εκατομμύριο υψηλότερη, το ΤΑΙΠΕΔ υποχρεούται να τη θεωρήσει υψηλότερη, παρά το γεγονός ότι η προσφορά του ανταγωνισμού μαζί με το μπόνους (bonus για το ΤΑΙΠΕΔ, penalty για τον υποψήφιο) του 40% μπορεί να δίνουν υψηλότερο αθροιστικά οικονομικό αντάλλαγμα.

Δύο διαφορετικές, κορυφαίες πηγές της διοίκησης του ΤΑΙΠΕΔ, που κλήθηκαν να σχολιάσουν την εν λόγω μεταβολή στους όρους της διαγωνιστικής διαδικασίας και τις αντιδράσεις που εκδηλώθηκαν, δίνουν και δύο διαφορετικές προσεγγίσεις: η μία ανέφερε πως το staple finance είναι κάτι το οποίο έχει εφαρμοστεί και σε άλλους διαγωνισμούς και δίνει ένα bonus στο Δημόσιο, και χαρακτηρίζει τις αντιδράσεις μερίδας των υποψηφίων «αβάσιμες» και «υπερβολικές». Προσθέτει επίσης πως «σε κάθε περίπτωση, στο πλαίσιο του χρονικού περιθωρίου έως τις 11 Νοεμβρίου, οπότε και η καταληκτική ημερομηνία οριστικοποίησης σύμβασης, μπορούμε να ενσωματώσουμε σχόλια επενδυτών». Η άλλη πηγή όμως δηλώνει πως το ζήτημα ενδεχομένως να χρειάζεται επαναξιολόγηση.

Κύκλοι της αγοράς εκτιμούν πως οι εξελίξεις αυτές μπορεί να οδηγήσουν κατ’ αρχάς σε αναβολή της καταληκτικής προθεσμίας υποβολής δεσμευτικών οικονομικών προσφορών, αλλά θεωρούν ότι καθόσον η θεραπεία του προβλήματος είναι υπέρ της ανταγωνιστικότητας και των συμφερόντων του Δημοσίου, το ζήτημα μπορεί και πρέπει να επιλυθεί.

Οι 7 υποψήφιοι

Την Εγνατία διεκδικούν επτά επενδυτικά σχήματα ελληνικών και ξένων εταιρειών, τα οποία έχουν προεπιλεγεί από το ΤΑΙΠΕΔ. Τα επτά σχήματα που έχουν περάσει στην επόμενη φάση του διαγωνισμού είναι η Anas International Enterprise, η Freyja Holdings SARL, η κοινοπραξία Roadis Transportation Holding με Ακτωρ Παραχωρήσεις, η κοινοπραξία Sichuan Communications Investment Group με Damco Energy, η κοινοπραξία των Vinci Highways, Vinci Concessions με Mytilineos Holdings, η κοινοπραξία ΓΕΚ Τέρνα με Egis Projects και η Δίολκος Κατασκευαστική. Ωστόσο, υπάρχουν εκκρεμότητες που σχετίζονται με την ιδιωτικοποίηση της Εγνατίας, καθώς εκκρεμεί η έκδοση αποφάσεων έγκρισης περιβαλλοντικών όρων για ορισμένα σημεία του αυτοκινητόδρομου. Η Εγνατία Οδός πρέπει να υποβάλει τις σχετικές αιτήσεις και μελέτες στη Διεύθυνση Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης (ΔΙΠΑ) του υπουργείου Περιβάλλοντος. Επιπλέον, η Εγνατία πρέπει να προχωρήσει στην αδειοδότηση και ολοκλήρωση κατασκευής μετωπικών και πλευρικών σταθμών διοδίων, ενώ παράλληλα, πρέπει να προχωρήσει και στην οριστική επίλυση του ζητήματος των εκκρεμών συμβάσεων υλοποίησης Σταθμών Εξυπηρέτησης Αυτοκινητιστών (ΣΕΑ) Ελευθεροχωρίου, Ωραιοκάστρου, Αρδανίου και Σώστη που παραμένουν ανενεργές από το 2011. Τέλος, εκκρεμεί η ολοκλήρωση των απαιτούμενων απαλλοτριώσεων.