ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ανθεκτικοί οι γερμανικοί οικογενειακοί όμιλοι

anthektikoi-oi-germanikoi-oikogeneiakoi-omiloi0

Η κρίση της πανδημίας του κορωνοϊού προκάλεσε σοβαρότατους κραδασμούς σε όλες τις μικρομεσαίες  και στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις στη Γηραιά Ηπειρο, αλλά αποδείχθηκε σε ορισμένες περιπτώσεις πως όσες είχαν μακραίωνη ιστορία ήταν και οι πιο ανθεκτικές. Επί παραδείγματι, η Coatinc, στη Γερμανία, με ιστορία άνω των 500 ετών. Στο πηδάλιό της βρίσκεται σήμερα ο Πάουλ Νιντερστάιν, ο οποίος μπορεί να αντλήσει έμπνευση, τεχνογνωσία και συμβουλές από τις δεκαέξι γενεές των προγόνων του. Προφανώς ο ιός δεν ήταν η πρώτη υπαρξιακή απειλή για την επιχείρηση, που ιδρύθηκε το 1502 και επιβίωσε της μαύρης πανώλης και της ισπανικής γρίπης. Πρόκειται για μία από τις διάσημες οικογενειακές μικρομεσαίες μονάδες της Γερμανίας. Εχει έδρα το Ζίγκεν, στα βορειοδυτικά της Φρανκφούρτης. Αυτού του είδους οι επιχειρήσεις συνιστούν τη ραχοκοκαλιά της γερμανικής οικονομίας και απασχολούν το 60% του εργατικού δυναμικού της χώρας. Οι εν λόγω μικρομεσαίες εταιρείες ή Mittelstand ισοδυναμούν με το 90% και πλέον των επιχειρήσεων συνολικά στη Γερμανία.

Οι μικρομεσαίες εταιρείες, γενικά μιλώντας, έχουν δεχθεί δραστικό πλήγμα από την πανδημία, αλλά, σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύθηκε χθες, επιχειρήσεις παλαιές όπως η Coatinc, που ασχολείται με το φινίρισμα επιφανειών, έδειξαν πως είναι ανθεκτικές. Κι αυτό φανερώνει πως είναι ένας από τους παράγοντες ταχείας ανάκαμψης της Γερμανίας από την ύφεση της άνοιξης. Το δικό τους μοντέλο βασίζεται σε στέρεα οικονομικά, όπερ σημαίνει πως είχαν προετοιμαστεί επαρκώς έναντι των επιχείρων της πανδημίας. Τα σχετικά αναφέρει ο Ράινερ Κιρχντέρφερ, μέλος του Δ.Σ. του Ιδρύματος Οικογενειακών Επιχειρήσεων, το οποίο και ανέθεσε την έρευνα στα οικονομικά ινστιτούτα ZEW και Ifo. Ειδικά η Coatinc έχει ετήσιες πωλήσεις σχεδόν 300 εκατ. ευρώ, απασχολεί σε Ευρώπη, Μεξικό και ΗΠΑ περισσότερους από 2.000 εργαζομένους και βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση χάρις στα κεφάλαια και στο ρευστό της, όπως τόνισε ο Πάουλ Νιντερστάιν. «Τα τελευταία χρόνια βελτιστοποιήσαμε τις δαπάνες και τον δείκτη ιδίων κεφαλαίων μας, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μπορούμε με τρόπο ομαλό να αντεπεξερχόμαστε στις κρίσεις», υπογράμμισε. 

Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις συνήθως εστιάζουν το ενδιαφέρον τους στη μακροημέρευση παρά στα κέρδη και στην αύξηση πωλήσεων, οπότε σχεδιάζουν σε βάθος χρόνου πολύ πέραν των ορίων του τριμήνου και του οικονομικού έτους. Επιπροσθέτως, επικεντρώνονται σε συγκεκριμένα τμήματα της αγοράς, τα οποία δεν είναι τόσο ευπρόσβλητα από αιφνίδιες αλλαγές στη συμπεριφορά του καταναλωτικού κοινού. Βάσει της έρευνας που αναφέρει το Bloomberg, σε ποσοστό άνω του 90% οι επιχειρήσεις έλαβαν μέτρα για να αντιμετωπίσουν τον άμεσο αντίκτυπο της κρίσης ή να διαχειριστούν τις μακροπρόθεσμες συνέπειές της, ενώ το 45% διέθετε έτοιμο σχέδιο αντιμετώπισης κρίσεων. Στο πέρασμα των αιώνων οι μικρομεσαίες εταιρείες απέδειξαν πως, προσαρμοζόμενες στις συνθήκες, μπορούν και επιβιώνουν. Ακόμα μία τέτοια επιχείρηση είναι ο όμιλος Burger Group, ο οποίος ξεκίνησε από το εμπόριο επιτοίχιων ρολογιών και μετεξελίχθηκε σε κατασκευαστή μηχανισμών ακριβείας. Τέλος, αξίζει να αναφερθεί πως πολλές οικογενειακές εταιρείες δέχθηκαν χτύπημα λόγω πανδημίας. Οι 2.452, που συμμετείχαν στην έρευνα των Ifo και ZEW, αναμένουν μείωση πωλήσεων σχεδόν 25% κατά μέσον όρο το 2020, αν και μόνον το 11% από αυτές δηλώνει ότι υποχρεώθηκαν να κλείσουν εργοστάσια ή να διακόψουν την παραγωγή τους.