ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σήμα κινδύνου εκπέμπει ο κλάδος της ελληνικής ακτοπλοΐας

sima-kindynoy-ekpempei-o-klados-tis-ellinikis-aktoplo-as0

Αντιμέτωπη με μια διπλή απειλή βρίσκεται η ελληνική ακτοπλοϊκή αγορά, καθώς αφενός το 42% και πλέον του στόλου θα πρέπει να αντικατασταθεί εντός της επόμενης δεκαετίας και αφετέρου η πανδημία έχει πλήξει τα έσοδα των επιχειρήσεων. Την ανάγκη της ανανέωσης του ακτοπλοϊκού στόλου αλλά και της εν γένει στήριξης του κλάδου υπογράμμισε ο πρόεδρος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας (ΣΕΕΝ) Μιχάλης Σακέλλης. 

Οπως εξήγησε σε διαδικτυακή παρουσίαση που πραγματοποίησε ο σύνδεσμος τη Δευτέρα, σήμερα ο στόλος απαρτίζεται από 105 πλοία που εξυπηρετούν τις ανάγκες των νησιών και τα οποία αποτελούν έναν αξιόλογο στόλο συμβατικών πλοίων και ταχυπλόων. Αλλά από τα πλοία αυτά στο τέλος της 10ετίας, δηλαδή το 2030, τα 44, ή αλλιώς το 42%, θα είναι άνω των 40 ετών, ενώ 16 πλοία θα είναι άνω των 50.

Ομως η τρέχουσα δεκαετία είναι περίοδος προσαρμογής σε νέους περιβαλλοντικούς κανονισμούς, οι οποίοι προβλέπουν 0% ρύπους CO2 μέχρι το 2050, αλλά και δραστική μείωσή τους μέχρι το 2030. 

Υπολογίζεται ότι μέχρι το 2023 θα εφαρμόζεται στη ναυτιλία το ETS (Emission Trading System), που προβλέπει μείωση CO2 43% σε σχέση με το 2005, ενώ ήδη συζητείται ο χαρακτηρισμός της Μεσογείου ως προστατευόμενης θάλασσας ECA (Emission Control Area), που θα υλοποιηθεί πιθανότατα μέχρι το 2025. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, πρέπει να ανανεωθεί ο ακτοπλοϊκός στόλος, ο οποίος ηλικιακά μεγαλώνει με αναγκαστική απομάκρυνση πλοίων, τα οποία δεν θα μπορέσουν να προσαρμοστούν στους νέους περιβαλλοντικούς κανονισμούς.

«Υπάρχει δηλαδή μεγάλος κίνδυνος υποβάθμισης των ακτοπλοϊκών μας υπηρεσιών και ποιοτικά αλλά και σε ό,τι αφορά τις χωρητικότητες. Μοναδική λύση είναι η ναυπήγηση νέων πλοίων, μία διαδικασία η οποία έπρεπε ήδη να έχει ξεκινήσει», υπογράμμισε ο Μιχάλης Σακέλλης. Ομως το 2020 είναι μία ιδιαίτερα δύσκολη χρονιά για την ακτοπλοΐα: τα στοιχεία κίνησης μέχρι τις 31 Οκτωβρίου δείχνουν πως σε ό,τι αφορά τα έσοδα θα καταγραφεί μείωση των εσόδων από ναύλους, η οποία εκτιμάται ότι θα φθάσει ή και θα ξεπεράσει τα 300 εκατ.