ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Εξαγορές 40 δισ. σε 24 ώρες μετά τις ανακοινώσεις για τα εμβόλια

Η τράπεζα PNC εξαγόρασε την αμερικανική θυγατρική της ισπανικής τράπεζας BBVA έναντι 11,6 δισ. δολ., καταγράφοντας τη δεύτερη μεγαλύτερη συμφωνία στον κλάδο μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.

Στο θεαματικό ύψος των 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων έφτασε η αξία των συμφωνιών για συγχωνεύσεις και εξαγορές σε μία μόλις ημέρα. Η ημέρα αυτή ήταν, όμως, η Δευτέρα, καθώς έδρασαν καταλυτικά οι ανακοινώσεις των δύο φαρμακοβιομηχανιών για τα εμβόλια κατά του νέου κορωνοϊού, που αναθέρμαναν τις ελπίδες για τερματισμό της πανδημίας και της οικονομικής κρίσης.

Οσες επιχειρήσεις είχαν «παγώσει» επί μήνες τα επενδυτικά τους σχέδια υπό τον φόβο της πανδημίας και εν μέσω αβεβαιότητας για τις οικονομικές επιπτώσεις της έσπευσαν να υλοποιήσουν ή ακόμη και να ολοκληρώσουν απλώς συμφωνίες που είχαν ήδη ξεκινήσει.

Παράγοντας

Ενας ακόμη παράγοντας που απελευθέρωσε τις επιχειρήσεις είναι και η επικείμενη σταθερότητα στην πολιτική σκηνή της υπερδύναμης μετά την εκλογή Μπάιντεν. Αυτό εκτιμά τουλάχιστον η Ανού Αϊγενγκάρ, διευθυντικό στέλεχος της JPMorgan Chase με ειδικότητα σε συγχωνεύσεις και εξαγορές.

Μιλώντας στους FT, η κ. Αϊγενγκάρ τόνισε πως η νίκη Μπάιντεν έδωσε ώθηση στις συγχωνεύσεις και εξαγορές μολονότι «συνήθως δεν επηρεάζεται αυτή η δραστηριότητα από τις αμερικανικές εκλογές, αλλά επηρεάζεται από την αβεβαιότητα και την άρση της αβεβαιότητας». Σημειωτέον ότι ορισμένες επιχειρήσεις ενθαρρύνονται και από την προοπτική να διατηρήσουν τη Γερουσία οι Ρεπουμπλικανοί και έτσι να μην έχουν απόλυτη εξουσία οι Δημοκρατικοί ώστε να επιβάλουν ιδιαίτερα υψηλούς εταιρικούς φόρους.
Οπως υπογράμμισε η κ. Αϊγενγκάρ, «η προσδοκία πως δεν θα αλλάξουν πολλά σε ό,τι αφορά είτε το ρυθμιστικό πλαίσιο είτε το φορολογικό καθεστώς έχει περιορίσει την αβεβαιότητα και αυξάνει την εμπιστοσύνη».

Η αισιοδοξία δεν είναι, πάντως, ο μοναδικός παράγοντας που οδήγησε στην υπερδραστηριότητα των επιχειρήσεων. Πολλοί διευθύνοντες σύμβουλοι επιχειρήσεων έσπευσαν να επωφεληθούν από τον φθηνό δανεισμό ή και να αξιοποιήσουν ρευστότητα που είχαν αποταμιεύσει στη διάρκεια της κρίσης. Και ο στόχος, βεβαίως, ήταν να υλοποιήσουν συγχωνεύσεις ή εξαγορές που θεωρούν στρατηγικής σημασίας. Μιλώντας στους Financial Times, ο Μπιλ Ντέμτσακ, διευθύνων σύμβουλος της αμερικανικής τράπεζας PNC, τόνισε πως «τα νέα για τα εμβόλια σε συνδυασμό με την αναμενόμενη σταθερότητα στην πολιτική σκηνή των ΗΠΑ μετά τις εκλογές» ήταν καθοριστικά. Η τράπεζά του αποφάσισε έτσι να εξαγοράσει την αμερικανική θυγατρική της ισπανικής τράπεζας BBVA έναντι 11,6 δισεκατομμυρίων δολαρίων, καταγράφοντας τη δεύτερη μεγαλύτερη συμφωνία στον κλάδο μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.

Την ίδια ημέρα ανακοινώθηκε, άλλωστε, ότι η Home Depot ενώθηκε ξανά με την πρώην θυγατρική της, την HD Supply, την οποία εξαγόρασε έναντι 9,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων.  

Ζήτηση 

Ας σημειωθεί ότι η Home Depot είναι από τις κερδισμένες της πανδημίας καθώς η τηλεεργασία εξώθησε πολύ κόσμο να αναδιατάξει τον χώρο στο σπίτι του και έτσι εκτινάχθηκε η ζήτηση για τα προϊόντα της. Η καναδική Endeavour Gold συμφώνησε να συγχωνευθεί με την ανταγωνίστριά της Teranga Gold καταβάλλοντας 1,86 δισεκατομμύριο δολάρια για την αγορά όλων των μετοχών της. Στην Ευρώπη, άλλωστε, η Nexi, εισηγμένη στο χρηματιστήριο του Μιλάνου, ανακοίνωσε ότι διαπραγματεύεται την εξαγορά της δανικής ανταγωνίστριάς της Nets έναντι 7,2 δισεκατομμυρίων δολαρίων. 

Μέχρι στιγμής, το τέταρτο τρίμηνο του έτους καταγράφει τη μεγαλύτερη δραστηριότητα σε συγχωνεύσεις και εξαγορές και είναι το τρίτο σημαντικότερο των τελευταίων δύο δεκαετιών από αυτήν την άποψη.

Από τις αρχές Οκτωβρίου έχουν καταγραφεί συμφωνίες συνολικής αξίας 612 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Την αντίστοιχη περίοδο του περασμένου έτους οι συμφωνίες είχαν αξία 461 δισεκατομμυρίων δολαρίων και την αντίστοιχη του 2018 είχαν αξία 491 δισεκατομμυρίων δολαρίων.