ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η Κίνα διευρύνει την οικονομική επιρροή της

Κομβικός ο ρόλος της στη συμφωνία 15 χωρών για τη μεγαλύτερη ζώνη ελεύθερου εμπορίου

i-kina-dieyrynei-tin-oikonomiki-epirroi-tis-561169351

«Ερχεται να μας υπενθυμίσει ότι στην Ασία συμβαίνουν και θα εξακολουθήσουν να συμβαίνουν σημαντικά πράγματα με ή χωρίς τις ΗΠΑ». Η επισήμανση ανήκει στον Ανκίτ Πάντα, πρώην αρθρογράφο του περιοδικού Diplomat που καλύπτει θέματα Ασίας με οικονομική, γεωπολιτική και στρατηγική διάσταση. Αφορά τη μεγαλύτερη ζώνη ελεύθερου εμπορίου στον κόσμο που υπέγραψε την Κυριακή η Κίνα μαζί με άλλες 14 χώρες και όχι μόνον από τη σφαίρα επιρροής του Πεκίνου στην Ασία αλλά και πέραν αυτής: ανάμεσά τους συγκαταλέγονται η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία και η ζώνη ενσωματώνει 15 χώρες που αποτελούν μια τεράστια αγορά 2,2 δισ. ανθρώπων και συγκεντρώνουν αθροιστικό ΑΕΠ ύψους 26,2 τρισ. δολαρίων. 

Η ιδιαίτερη στρατηγική της σημασία ενδέχεται, όμως, να έγκειται στο ότι για πρώτη φορά συμμετέχουν σε ένα τέτοιο σχήμα η Κίνα μαζί με την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα και η ζώνη ελεύθερου εμπορίου καλλιεργεί νέες συμμαχίες. 

Σύμφωνα, μάλιστα, με πρόσφατη μελέτη του Ινστιτούτου Peterson, η νέα συμφωνία θα οδηγήσει σε μείωση του κόστους στις εμπορικές συναλλαγές ανάμεσα στις τρεις χώρες, με αποτέλεσμα «την αποσύνδεση των οικονομιών της Ανατολικής Ασίας από την οικονομία των ΗΠΑ».

Το σχόλιο του αρθρογράφου υποδηλώνει όχι απλώς ότι δεν είναι απαραίτητη η υπερδύναμη για να υπογραφεί μια μεγάλη εμπορική συμφωνία με ουσιαστικό αντίκτυπο στο διεθνές εμπόριο. Αναφέρεται περισσότερο στο ότι η υπερδύναμη μένει έξω από μεγάλες εμπορικές συμφωνίες στρατηγικής σημασίας, τη στιγμή κατά την οποία η Κίνα επελαύνει και διευρύνει την οικονομική, εμπορική και έμμεσα διπλωματική και πολιτική επιρροή της σε μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη. 

Και βέβαια η τετραετία Τραμπ, που φτάνει αισίως στο τέλος της, διευκόλυνε τη διαδικασία αυτή, καθώς πρώτη μέριμνα του απερχόμενου προέδρου αμέσως μετά την εκλογή του ήταν να αποσύρει τις ΗΠΑ από την εταιρική σχέση του Ειρηνικού. Ο λόγος για την εμπορική συμφωνία, που αν και δεν υλοποιήθηκε ποτέ, έμεινε γνωστή με το ακρωνύμιο ΤΡΡ και την οποία διέλυσε ουσιαστικά ο Ντόναλντ Τραμπ αποσύροντας τις ΗΠΑ τρεις ημέρες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του τον Ιανουάριο του 2017.

Το αποτέλεσμα ήταν οι άλλες 12 χώρες, τότε επίδοξα μέλη της ΤΡΡ, να προχωρήσουν το 2018 ερήμην της Ουάσιγκτον σε μια εμπορική συμφωνία μεταξύ τους, την ολοκληρωμένη προοδευτική εταιρική σχέση του Ειρηνικού (CPTPP).  Πολιτικοί και οικονομικοί αναλυτές θεωρούν απίθανο να είναι πλέον ευπρόσδεκτη στη συμφωνία αυτή η υπερδύναμη, απλά και μόνον επειδή στο τιμόνι της θα βρίσκεται στα χέρια του Τζο Μπάιντεν. 

Αν, όμως, είχε υλοποιηθεί η ΤΡΡ με συμμετοχή των ΗΠΑ, θα είχε ενοποιήσει μια συνολική αγορά 850 εκατ. ατόμων, που θα αντιπροσώπευε το 40% του παγκόσμιου ΑΕΠ.

Ολα αυτά κατατείνουν στο συμπέρασμα πως η υπερδύναμη, που ουσιαστικά από τα μέσα του εικοστού αιώνα καθόριζε την παγκόσμια τάξη πραγμάτων, θα βρίσκεται εφεξής εκτός των δύο σημαντικότερων από οικονομικής και στρατηγικής σημασίας εμπορικών συμφωνιών στον κόσμο. 

Σημειωτέον ότι στην ΤΡΡ, που αδιαμφισβήτητα θα είχε αυξήσει την αμερικανική επιρροή στην περιοχή των χωρών του Ειρηνικού, δεν επρόκειτο να συμμετάσχει η Κίνα. Ο οικονομικός γίγαντας της Ασίας δεν συμμετέχει, άλλωστε, ούτε στην CPTPP, αλλά η νέα ζώνη ελεύθερου εμπορίου στην οποία θα κυριαρχεί καλύπτει μια υπερτετραπλάσια αγορά και ένα διπλάσιο ΑΕΠ.

Παρατηρητής των εξελίξεων στο διεθνές εμπόριο παραμένει η Ε.Ε. 

Η πρώτη αντίδραση  οικονομικών και πολιτικών αναλυτών ήταν να προβλέψουν πως πολλές αμερικανικές επιχειρήσεις θα βρεθούν με ανταγωνιστικό μειονέκτημα, καθώς θα έχουν αποκλειστεί από τη νέα ζώνη ελεύθερου εμπορίου. Κάτι ανάλογο ενδέχεται να συμβεί, όμως, και με πολλές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.

Εντονότερα σχολίασε την εξέλιξη ο γερμανικός Τύπος, που φαίνεται πως εξέλαβε τη νέα ζώνη ελεύθερου εμπορίου ως προειδοποιητική βολή για τη Γερμανία και ενδεχομένως για το σύνολο της Ευρώπης. 

Οι γερμανικές εφημερίδες υπογράμμισαν πως δεν είναι μόνον η Αμερική που μένει έξω από τη μεγαλύτερη ζώνη ελεύθερου εμπορίου στον κόσμο, αλλά και η Ευρώπη. Οι μεγαλύτερες εμπορικές δυνάμεις και μέχρι προσφάτως καίριοι εμπορικοί εταίροι του Πεκίνου μένουν παρατηρητές των εξελίξεων, ενώ η Κίνα επελαύνει.

Χαρακτηριστικό είναι δημοσίευμα της γερμανικής οικονομικής εφημερίδας Handelsblatt που επισημαίνει πως «η Κίνα πρωταγωνιστεί στην παγκόσμια σκηνή και η Δύση μένει σε ρόλο παρατηρητή». Το εν λόγω δημοσίευμα επισημαίνει πως «εδώ και χρόνια η μεν Ευρώπη έχει εγκλωβιστεί στη συζήτηση για το Brexit και η δε Αμερική στις παλινωδίες του Ντόναλντ Τραμπ που έχει αναγάγει τον προστατευτισμό σε κεντρική γραμμή της οικονομικής πολιτικής». Στο ίδιο χρονικό διάστημα, τονίζει η γερμανική εφημερίδα, «η ηγεσία του Πεκίνου πέτυχε μια ιστορική συμφωνία». Και όπως προσθέτει, πρόκειται για μια συμφωνία που καθιστά σαφές ότι η Κίνα έχει τόσο την αξίωση όσο και τις δυνάμεις να αφήνει εφεξής το στίγμα της στους διεθνείς κανόνες συνεργασίας. Ουσιαστικά να θέτει και ίσως σταδιακά να επιβάλλει τους δικούς της όρους.

Παράλληλα, η εφημερίδα Tagesspiegel του Βερολίνου επιχειρεί μια ενδελεχή ανάλυση όλων των παραμέτρων της νέας ζώνης ελεύθερου εμπορίου.

Εκτιμά πως θα έχει ουσιαστικές επιπτώσεις για την Ευρώπη που «σε προοπτική, θα χάσει τη σημασία της». Προεξοφλεί πως στο μέλλον η έως τώρα κατ’ εξοχήν εξαγωγική δύναμη της Κίνας δεν θα εξαρτάται τόσο από τις εξαγωγές των προϊόντων της στις μεγάλες ευρωπαϊκές αγορές όπως η Γερμανία και η Γαλλία. Προβλέπει, επίσης, πως οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις θα βρίσκονται σε μειονεκτική θέση όταν θα παράγουν στην Ασία ή όταν θα επιδιώκουν να προωθήσουν τα προϊόντα τους στις ασιατικές οικονομίες. Η γερμανική εφημερίδα τονίζει μάλιστα πως η Ε.Ε. δεν κατάφερε έως τώρα να συνάψει η ίδια μια συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με την ένωση των χωρών Νοτιοανατολικής Ασίας, τη γνωστή ως ASEAN. Οπως σημειώνει, η Ε.Ε. διαπραγματεύεται εδώ και χρόνια με την Κίνα, αλλά λειτούργησε πάντα ως σκόπελος η απροθυμία του Πεκίνου να επιτρέψει την είσοδο των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων στην κινεζική αγορά και να περιορίσει την ανεξέλεγκτη κυριαρχία των κινεζικών επιχειρήσεων.

Οι επεκτατικές κινήσεις του Πεκίνου σε Ασία, Ευρώπη και Αφρική

Από τη ριζική οικονομική μεταρρύθμιση της Κίνας που εγκαινίασε πριν από 40 χρόνια ο τότε πρόεδρος, Ντενγκ Ξιαοπίνγκ, άρχισε να γίνεται αντιληπτό ότι η Κίνα δεν θα παρέμενε για πολύ στο περιθώριο του παγκόσμιου συστήματος. Το μέγεθός της, ο πληθυσμός της αλλά και το γεγονός ότι ήταν ένας από τους παλαιότερους πολιτισμούς στον κόσμο, καθιστούσε σχεδόν αφύσικη την περιθωριοποίησή της. Υπήρξαν αναλυτές που την παρουσίασαν ως θύμα μιας άδικης διεθνούς τάξης πραγμάτων. Με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση δικαιολογημένα εμφανίστηκε ως αδικημένη από την άρνηση οργάνων όπως το ΔΝΤ να αναδιατάξουν τα δικαιώματα ψήφου ώστε να αντανακλούν την πραγματική ισορροπία δυνάμεων στον πλανήτη. Για το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα αυτών των τεσσάρων δεκαετιών που έχουν παρέλθει από την αρχή του μετασχηματισμού της σε υπερδύναμη, η Κίνα παρέμεινε στον ασφυκτικό έλεγχο μιας συγκεντρωτικής εξουσίας, με τις προσπάθειές της και τα μακρόπνοα σχέδιά της να επικεντρώνονται αποκλειστικά στη διασφάλιση υψηλών ρυθμών ανάπτυξης. Παράλληλα, είχε υιοθετήσει μια προσέγγιση σχεδιασμένη έτσι ώστε να καθησυχάζει τον υπόλοιπο κόσμο πως η άνοδός της στο διεθνές στερέωμα είναι και θα παραμείνει ειρηνική, καθώς δεν έχει συμφέροντα ή βλέψεις αλλού.

Ολα αυτά άλλαξαν, όμως, μέσα στη δεκαετία που τελειώνει και κυρίως από τη στιγμή που ανέλαβε το τιμόνι της χώρας ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ, μάλλον η ισχυρότερη πολιτική φυσιογνωμία της χαώδους χώρας μετά τον Μάο Τσετούνγκ. Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και η συνεπακόλουθη ύφεση ήταν ένα σημάδι πως ο δυτικός κόσμος παρήκμαζε και έχανε σταδιακά τη δεσπόζουσα θέση του στον κόσμο. Και η Κίνα άρχισε να επιδεικνύει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και εμπιστοσύνη στις δυνάμεις της. Επαναπροσδιόρισε τα συμφέροντά της στην Ασία, ιδιαιτέρως στη Νότια Θάλασσα της Κίνας αλλά ακόμη και στο Ινδικό Ωκεανό. Αρχισε να έρχεται σε αντιπαράθεση με ανταγωνίστριες δυνάμεις όπως η Ιαπωνία και η Ινδία και προπαντός να επενδύει πολιτικά και οικονομικά στη Νότια Ασία.

Προσέγγισε την Αφρική κλείνοντας αμέτρητες συμφωνίες και εκμεταλλεύτηκε τις ανεξάντλητες πλουτοπαραγωγικές πηγές της μαύρης ηπείρου.

Αρχισε ακόμη και να επηρεάζει τη διαμόρφωση της πολιτικής σκηνής και της οικονομίας σε ετερόκλητες περιοχές από την Αυστραλία, που είναι εμπορικός εταίρος, μέχρι την Ευρώπη στην οποία ξεκίνησε να αποκτά δυναμικά παρουσία αγοράζοντας υποδομές στρατηγικής σημασίας. Η μεγαλύτερη προβολή της δύναμής της έγινε όταν το Πεκίνο ανακοίνωσε την πρωτοβουλία «Μία Ζώνη και ένας Δρόμος», που έγινε κοινώς γνωστή ως «ο νέος Δρόμος του Μεταξιού». Το φιλόδοξο σχέδιο του Πεκίνου που ήδη έχει επικριθεί δριμύτατα ως επεκτατικό αλλά προπαντός ως μηχανισμός εγκλωβισμού των φτωχότερων εταίρων της σε μια υπερχρέωση και εξάρτηση από την ηγετική δύναμη. Συνέδεσε διά ξηράς και θαλάσσης ένα πολυσχιδές δίκτυο χωρών σχεδόν σε όλη την υφήλιο. 

Η αντίδραση των ΗΠΑ ήταν αναμενόμενη, αν και ίσως όχι η ενδεδειγμένη, ιδιαιτέρως με την τροπή που πήραν τα πράγματα μόλις ανέλαβε το τιμόνι της υπερδύναμης ο Ντόναλντ Τραμπ. Πέραν, όμως, του ανταγωνισμού μεταξύ δύο μονομάχων, η άνοδος της Κίνας έχει εμπνεύσει ανησυχία και σε όλες τις γειτονικές της χώρες και όχι μόνον στην Ιαπωνία, για παράδειγμα, με την οποία έχει παραδοσιακά σχέσεις αντιπαλότητας. Οι μικρότερες και φτωχότερες χώρες της Ασίας έχουν θορυβηθεί. Οικονομικοί και πολιτικοί αναλυτές αποδίδουν συχνά την προσέγγιση των ασιατικών χωρών ως προσπάθειά τους να συνεργαστούν με την Κίνα και χωρίς να αμφισβητήσουν την πρωτοκαθεδρία της, με τη συσπείρωσή τους να θέσουν όρια στη δύναμή της.

Επίτευγμα 

Μετά την υπογραφή της συμφωνίας, ο Κινέζος πρωθυπουργός Λι Κετσιάνγκ χαρακτήρισε τη νέα ζώνη ελεύθερου εμπορίου «όχι μόνον ένα επίτευγμα-σταθμό στην περιφερειακή συνεργασία της Ανατολικής Ασίας, αλλά και μια νίκη του ελεύθερου εμπορίου και των πολυμερών σχημάτων». Ηταν σαφής η αναφορά του στη στάση της Ουάσιγκτον υπό τον Τραμπ. 

Χωρίς τις ΗΠΑ

Σχολιάζοντας τη συμφωνία που υπεγράφη την Κυριακή, ο Eβαν Φάιγκενμπαουμ, αντιπρόεδρος του Ιδρύματος Carnegie για την Παγκόσμια Ειρήνη, τόνισε πως τώρα οι ΗΠΑ βρίσκονται έξω από τις δύο συμφωνίες «που θα καθορίσουν τις προδιαγραφές του εμπορίου και των επενδύσεων στην Ασία για το χρονικό διάστημα που διαρκεί η ζωή μιας ολόκληρης γενιάς».

Δυνατότητες 

Σύμφωνα με την Ντέμπορα Ελμς, που ίδρυσε και διευθύνει το Ασιατικό Κέντρο Εμπορίου, «η Ιαπωνία έχει τώρα τη δυνατότητα να αντλήσει σημαντικά οφέλη από τη συμφωνία RCEP, καθώς θα αποκτήσει προνομιακή πρόσβαση στη Νότια Κορέα και στην Κίνα, την οποία δεν είχε πριν». Η ίδια εκτιμά πως η συμφωνία «ξεπερνάει τις προσδοκίες».