ΑΝΑΛΥΣΗ

Οι αγορές μεγιστοποίησαν το σοκ του κορωνοϊού

Οι αγορές μεγιστοποίησαν το σοκ του κορωνοϊού

Μετά τον πανικό έρχεται η διάσωση και κατόπιν το ξεκαθάρισμα. Το 2008, οι κυβερνήσεις διέσωσαν τις τράπεζες και μετά ασχολήθηκαν με τη αναδιοργάνωσή τους διάρκειας δέκα ετών, ώστε να διασφαλίσουν ότι δεν θα χρειαστεί να βρεθούν και πάλι στην ίδια θέση. Η πανδημία του κορωνοϊού φέτος προξένησε θεμελιώδεις κραδασμούς στις διεθνείς κεφαλαιαγορές, οι οποίοι έφεραν με τη σειρά τους πρωτοφανείς παρεμβάσεις από τις κυβερνήσεις και παρεπόμενες αντιδράσεις. Βέβαια, η φρενήρης ζήτηση ρευστού, που σημειώθηκε στις αγορές τον Μάρτιο, ήταν διαφορετική από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση που επακολούθησε τη διάλυση της Lehman Brothers προ 12ετίας. Η αιτία της τωρινής κατάστασης ήταν η θανατηφόρος πανδημία, η οποία κινείται εκτός των ορίων του χρηματοπιστωτικού συστήματος και τείνει να απειλεί όσους επενδύουν στις αγορές κυρίως και όχι τους καταθέτες. Οι μεταρρυθμίσεις των τραπεζών ευθύνονται εν μέρει για την αναστάτωση στις αγορές.

Μετά την κρίση του 2008 οι αρμόδιες ρυθμιστικές Αρχές αποδύθηκαν στο να μετατοπίσουν το επενδυτικό ρίσκο, όπως τα στοιχήματα σε περιουσιακά στοιχεία ή σε εμπορεύματα, από τους ισολογισμούς των τραπεζών στα επενδυτικά κεφάλαια, τα οποία ήταν και καταλληλότερα να αντεπεξέλθουν σε αυξομειώσεις των αποτιμήσεών τους στην αγορά. Και κατόρθωσαν να το κάνουν. Οταν ξέσπασε ο ιός της πανδημίας, οι διαμεσολαβητές στο χρηματοπιστωτικό σύστημα –πλην τραπεζών–, όπως είναι οι ασφαλιστικές εταιρείες και τα επενδυτικά κεφάλαια, ήλεγχαν σχεδόν το ήμισυ των περιουσιακών χρηματοπιστωτικών στοιχείων εν συγκρίσει με το 42% το 2008. Τα στοιχεία ανήκουν στο Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Ενώ οι εποπτευόμενοι τραπεζικοί όμιλοι κατάφεραν να ξεπεράσουν την καταιγίδα του ιού, οι υπερβολικά μαζικές πωλήσεις σε μετοχές και εταιρικά ομόλογα αποκάλυψαν νέες ρωγμές στο σύστημα. Ακόμη και οι μεγαλύτερες διεθνούς βεληνεκούς επιχειρήσεις είδαν το κόστος δανεισμού τους να ανέρχεται δραστικά. Tα αμερικανικά κρατικά ομόλογα και ο χρυσός, που συνήθως σε συνθήκες πανικού λογίζονται ως ασφαλές καταφύγιο, δέχθηκαν και αυτά πλήγμα μαζί με τα υπόλοιπα επενδυτικά προϊόντα.

Οι Αρχές δεν είχαν επιλογή άλλη από το να παρέμβουν. Οι κεντρικές τράπεζες έσπευσαν να αγοράσουν κρατικά ομόλογα, ενώ εκ παραλλήλου στήριξαν τις αγορές εταιρικών ομολόγων. Τους οκτώ μήνες που ακολούθησαν έκτοτε, οι κεντρικές τράπεζες των χωρών της «ομάδας των Επτά» προσέθεσαν στους ισολογισμούς τους 7 τρισ. δολάρια, δηλαδή ποσόν υπερδιπλάσιο από την περίοδο μετά τη διάλυση της Lehman Brothers. Oι τωρινές παρεμβάσεις, όπως τις χαρακτήρισε το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας την περασμένη εβδομάδα, ήταν γρήγορες, ευμεγέθεις και σαρωτικές. Επιπλέον, απέβησαν και αποτελεσματικές, διότι σε συνδυασμό με τα μεγάλης κλίμακας προγράμματα στήριξης των κυβερνήσεων, τελικώς οι αγορές ανέκαμψαν ταχέως. Παρά ταύτα, η κρίση δεν παύει να εγείρει επείγοντα ερωτήματα για τις αρμόδιες Αρχές που ασχολούνται με τον χρηματοπιστωτικό κλάδο. Οι δυσλειτουργικές αγορές δημιουργούν επιπλέον δαπάνες για τις εταιρείες, τους καταναλωτές και τις κυβερνήσεις. Και εάν οι κεντρικές τράπεζες το συνηθίζουν να σπεύδουν να τις στηρίζουν εν καιρώ κρίσης, τότε και οι επενδυτές θα έχουν την τάση να γίνουν πιο επιπόλαιοι στο μέλλον. 

Αυτή ακριβώς η σπαζοκεφαλιά βρίσκεται στο επίκεντρο της νέας ολιστικής μελέτης για την αναταραχή στις αγορές, την οποία εκπόνησε το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Επίσης, το Συμβούλιο εξετάζει τα κεφάλαια χρηματαγοράς, τα επενδυτικά κεφάλαια ανοικτού τύπου, καθώς και την ανθεκτικότητα της αγοράς κρατικών ομολόγων. Με το να δίδεται ωστόσο έμφαση σε επιμέρους πεδία του χρηματοπιστωτικού συστήματος, υπάρχει ο κίνδυνος να μη γίνει αντιληπτό το ευρύτερο δίδαγμα: αυτό έχει να κάνει με το ότι οι κεφαλαιαγορές μεγιστοποίησαν το οικονομικό σοκ του κορωνοϊού.