ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αργεί για τις εγχώριες επιχειρήσεις η επιστροφή στην κανονικότητα

argei-gia-tis-egchories-epicheiriseis-i-epistrofi-stin-kanonikotita-561180862

Τουλάχιστον δύο χρόνια θα απαιτηθούν για σχεδόν μία στις τρεις επιχειρήσεις μέχρι να επανέλθουν στα επίπεδα κερδοφορίας που είχαν προ κορωνοϊού, ενώ ένα ποσοστό 20% θεωρεί ότι θα χρειαστούν 3-4 χρόνια ακόμη. Το αισιόδοξο στοιχείο, πάντως, είναι ότι το 63% των ελληνικών επιχειρήσεων δηλώνει ότι θα αυξήσει τις επενδύσεις την επόμενη χρονιά, επενδύσεις όμως που μένει να δούμε εάν θα είναι παραγωγικές, καθώς οι περισσότερες θα εστιάσουν στο μάρκετινγκ, στις ταμειακές ροές, στη διαχείριση των κεφαλαίων τους καθώς και στη βελτίωση της εμπειρίας για τους πελάτες τους.

Τα παραπάνω προκύπτουν από την ετήσια έρευνα Navigator που πραγματοποίησε η HSBC σε 39 χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Στην Ελλάδα το δείγμα ήταν 101 επιχειρήσεις και η έρευνα πραγματοποιήθηκε το διάστημα Σεπτεμβρίου – Οκτωβρίου, πριν από το δεύτερο κύμα της πανδημίας ή τουλάχιστον πριν γίνει αυτό αισθητό. Ειδικότερα, μόνο το 9% των ελληνικών επιχειρήσεων είναι πλέον πιο κερδοφόρο σε σύγκριση με τα προ COVID-19 επίπεδα και το 34% αναμένει να επιστρέψει στην προ πανδημίας κερδοφορία έως το τέλος του 2021. Πάντως, 32% και 11% των επιχειρήσεων θεωρούν ότι θα χρειαστεί ένα διάστημα, μέχρι το τέλος του 2022 και του 2023 αντιστοίχως, προκειμένου να κερδίσουν το χαμένο έδαφος από την κρίση της πανδημίας, ενώ υπάρχει κι ένα 8% που προβλέπει να πραγματοποιείται κάτι τέτοιο από το 2024 κι έπειτα.

Η πανδημία προκάλεσε όχι μόνο μείωση των κερδών, αλλά και ραγδαία πτώση της αισιοδοξίας στις ελληνικές επιχειρήσεις. Ετσι, ενώ το 2019 οι ελληνικές επιχειρήσεις ήταν μεταξύ των πιο αισιόδοξων στην Ευρώπη σχετικά με τη μελλοντική ανάπτυξή τους, το 2020 οι εκτιμήσεις τους είναι αρκετά πιο απαισιόδοξες και δυσμενέστερες από αυτές των εταιρειών στην υπόλοιπη Ευρώπη και παγκοσμίως. Το ποσοστό των ελληνικών επιχειρήσεων που είναι περισσότερο αισιόδοξες για τις προοπτικές ανάπτυξής τους σε σχέση με το προηγούμενο έτος έπεσε από 65% το 2019 στο 28% το 2020, μια πτώση εντονότερη από αυτή που σημειώθηκε στην υπόλοιπη Ευρώπη και σε ολόκληρο τον κόσμο.

Η απαισιοδοξία, αν και όχι στον βαθμό που ίσως θα ανέμενε κάποιος, αποτυπώνεται και στον έρευνα οικονομικής συγκυρίας για τον μήνα Νοέμβριο που πραγματοποίησε το Ιδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ). Ο δείκτης οικονομικού κλίματος υποχώρησε ελαφρώς τον Νοέμβριο σε σύγκριση με τον Οκτώβριο, στις 91 μονάδες από τις 93,2 μονάδες. «Η συγκράτηση του δείκτη είναι αποτέλεσμα κυρίως της βελτίωσης προσδοκιών στις κατασκευές, τομέας ο οποίος δεν επηρεάζεται από τα νέα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας στον ίδιο βαθμό με άλλους», σημειώνει το ΙΟΒΕ. Τα νοικοκυριά, από την πλευρά τους, «απαντούν» στην επιδείνωση της ύφεσης που φέρνει το δεύτερο κύμα της πανδημίας με αυξημένη πρόθεση για αποταμίευση και μείζονες αγορές. Πάντως, ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης βρέθηκε τον Νοέμβριο στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Ιούλιο του 2018, στις -48,3 μονάδες από -45,5 μονάδες τον Οκτώβριο.

Ειδικότερα, ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών στη βιομηχανία υποχώρησε στις 89,2 μονάδες από τις 95,4 τον Οκτώβριο, στις κατασκευές σημείωσε σημαντική ενίσχυση, στις 80,3 μονάδες από τις 64,6 μονάδες τον Οκτώβριο, στο λιανεμπόριο ενισχύθηκε στις 86,9 μονάδες από τις 83,7 μονάδες τον Οκτώβριο, ενώ στις υπηρεσίες καταγράφηκε σημαντική πτώση του δείκτη, στις 69,3 μονάδες τον Νοέμβριο από 75,8 τον Οκτώβριο.