ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Οι βιομήχανοι γίνονται λιανέμποροι…

...οι λιανέμποροι «τραπεζίτες» και τα βενζινάδικα σούπερ μάρκετ – Οι τεχνολογικές αλλαγές φέρνουν τα πάνω κάτω στις επιχειρήσεις

oi-viomichanoi-ginontai-lianemporoi-561186358

Εικόνες από το παρελθόν με ψηφιακό όμως περίβλημα φέρνει το μέλλον, μέλλον το οποίο επανακαθορίζει σε σημαντικό βαθμό η πανδημία, η οποία λειτουργεί ως διαμορφωτής των εξελίξεων είτε ως επιταχυντής αρκετών που είχαν ήδη δρομολογηθεί. 

Η εικόνα της πώλησης των προϊόντων απευθείας από τον παραγωγό στον καταναλωτή, εικόνα που σήμερα συναντάται μόνο στην περίπτωση της πρωτογενούς παραγωγής –βλέπε λαϊκές αγορές– μεταφέρεται και στη βιομηχανία καταναλωτικών ειδών. Μόνο που ο παραγωγός μπορεί να είναι ακόμη και πολυεθνικοί κολοσσοί, οι οποίοι, στους ψηφιακούς τους «πάγκους», τις ηλεκτρονικές τους πλατφόρμες, διαθέτουν απευθείας τα προϊόντα τους στους καταναλωτές, χωρίς την παρεμβολή του χονδρεμπορίου και του λιανεμπορίου.

Την ίδια ώρα που οι προμηθευτές μετατρέπονται σε… λιανεμπόρους, τα σούπερ μάρκετ που είχαν ήδη μετατραπεί σε μικρά πολυκαταστήματα, εξελίσσονται τώρα σε εστιατόρια, τράπεζες, αλλά και σημεία φόρτισης ηλεκτρικών αυτοκινήτων. Η ανάγκη για διαφοροποίηση στην παροχή υπηρεσιών, που είχε επισημανθεί στην προ κορωνοϊού εποχή, προκειμένου να αντεπεξέλθουν οι επιχειρήσεις του κλάδου στον ανταγωνισμό, καθίσταται πλέον πιο άμεση, με τους καταναλωτές να έχουν γίνει, λόγω κορωνοϊού, πιο επιφυλακτικοί στις μετακινήσεις τους σε πολλούς, διαφορετικούς χώρους και υπηρεσίες και να αναζητούν τη δυνατότητα να βρίσκουν τα πάντα συγκεντρωμένα σε ένα σημείο. 

H Coca-Cola HBC, η οποία διατηρεί στην Ελβετία την πλατφόρμα Qwell, μέσω της οποίας οι καταναλωτές μπορούν να παραγγείλουν ηλεκτρονικά τα προϊόντα του ομίλου, αποτελεί τον οδηγό για τον όμιλο. Η πλατφόρμα προϋπήρχε της κρίσης, όμως η σημασία που απέκτησε στην πανδημία οδήγησε τον όμιλο σε περισσότερες επενδύσεις σε αυτήν, ενώ όπως έχει αναφέρει ο επικεφαλής της Coca-Cola HBC, Ζόραν Μπογκντάνοβιτς, ο όμιλος εξετάζει το ενδεχόμενο ανάλογων επενδύσεων και σε άλλες χώρες και ετοιμάζει πλατφόρμες και σε συνεργασία με την Coca-Cola Company. Μέσα στη χρονιά η Coca-Cola HBC εξαγόρασε το 20% μιας αυστριακής startup, της Alfies. Πρόκειται για ηλεκτρονικό σούπερ μάρκετ που παραδίδει τις παραγγελίες μέσα σε 60 λεπτά. H ίδια η Coca-Cola Company δοκιμάζει πλατφόρμες D2C (direct to consumer) στη Λατινική Αμερική (Coca-Cola En Tu Hogar), η οποία σημειώνει διψήφιο ρυθμό ανάπτυξης σε μηνιαία βάση.

Το αντίπαλον δέος της Coca-Cola, η Pepsico, μέσα σε ένα μήνα από την εκδήλωση της πανδημίας δημιούργησε δύο D2C πλατφόρμες, την PantryShop και τη Snacks.com, ενώ η Heinz ξεκίνησε τον Απρίλιο στο Ηνωμένο Βασίλειο την πλατφόρμα D2C «Heinz to home». Μάλιστα, ενώ ο στόχος ήταν να λειτουργήσει προσωρινά η πλατφόρμα αυτή, οι σκέψεις που υπάρχουν είναι να μετατραπεί σε μόνιμη υπηρεσία.

Εντός συνόρων, όπου έτσι κι αλλιώς το ηλεκτρονικό εμπόριο στα τρόφιμα και γενικώς είδη σούπερ μάρκετ ήταν εξαιρετικά περιορισμένο στην προ κορωνοϊού εποχή, γίνονται πλέον κάποια βήματα και προς την κατεύθυνση του D2C. Πιο ώριμη πρωτοβουλία σε αυτό το επίπεδο είναι το ηλεκτρονικό κατάστημα scarletbeauty.gr που έχει δημιουργήσει ο όμιλος Σαράντη και πουλάει καλλυντικά.

Πρόσφατα η εταιρεία αναψυκτικών Three Cents, που ξεκίνησε έχοντας ως πελάτες της αποκλειστικά τα καταστήματα του κλάδου εστίασης, ανακοίνωσε την είσοδο των προϊόντων της στο κανάλι του σούπερ μάρκετ για την Ελλάδα και την Κύπρο. Η διοίκησή της σχεδιάζει το ενδεχόμενο ανάπτυξης πωλήσεων D2C ειδικά για τις περιοχές όπου δεν θα διατίθενται τα προϊόντα της στο σούπερ μάρκετ.

Στο κανάλι της λιανικής με δύο τρόπους εισήλθε η εταιρεία «Γευσήνους», η οποία στην προ κορωνοϊού εποχή είχε παρουσία μόνο στο βιομηχανικό catering, τροφοδοτώντας τα εστιατόρια τραπεζών, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων. Η εταιρεία, εκτός από την παραγωγή έτοιμων γευμάτων για λογαριασμό μεγάλης αλυσίδας σούπερ μάρκετ, παράλληλα προσεγγίζει απευθείας τον καταναλωτή, εισερχόμενη στην κατηγορία της κατ’ οίκον παράδοσης έτοιμων γευμάτων. 

Από την άλλη, τα σούπερ μάρκετ που έχουν αναδειχθεί στον μεγάλο νικητή της πανδημίας –στην Ελλάδα ο ρυθμός ανάπτυξής τους από τις αρχές του έτους έως τα μέσα Νοεμβρίου ήταν 8,4% σύμφωνα με τη Nielsen– διευρύνουν περαιτέρω την γκάμα των παρεχομένων υπηρεσιών τους, κάτι που θα τους επιτρέψει να αποκτήσουν συγκριτικό πλεονέκτημα τόσο στην παρούσα δύσκολη για τους καταναλωτές συγκυρία όσο και την επόμενη ημέρα.

Εχοντας από χρόνια διευρύνει την ποικιλία προϊόντων που διαθέτουν, με τις μεγαλύτερες επενδύσεις τα τελευταία χρόνια να γίνονται στα προϊόντα αρτοποιίας και στα έτοιμα γεύματα (χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η ΑΒ Βασιλόπουλος και η Lidl Hellas), πλέον, πέρα από την ενίσχυση των επενδύσεων στο ηλεκτρονικό εμπόριο, ξεκινούν την παροχή τραπεζικών υπηρεσιών και υπηρεσιών φόρτισης ηλεκτρικών αυτοκινήτων. Στα σχέδια των μεγάλων αλυσίδων είναι και η λειτουργία εστιατορίων εντός των υπερμάρκετ τους, σχέδια όμως τα οποία έχουν «παγώσει» λόγω της πανδημίας και του υποχρεωτικού «λουκέτου» που έχει μπει στον κλάδο της εστίασης. Πρόκειται δε για σχεδιασμό που εντασσόταν στη μετατροπή του σούπερ μάρκετ σε προορισμό για αγορές και διασκέδαση και όχι απλώς σε ένα κατάστημα που αγοράζεις τα αναγκαία τρόφιμα.

Μέσα σε διάστημα λίγων ημερών, δύο ελληνικές αλυσίδες σούπερ μάρκετ, η My Market και η Bazaar, ανακοίνωσαν τη δυνατότητα ανάληψης μετρητών –στη δεύτερη περίπτωση και κατάθεσης– από τα ταμεία των καταστημάτων. Η My Market παρέχει την υπηρεσία αυτή σε συνεργασία με τη Viva Wallet και η Bazaar σε συνεργασία με τη γερμανική viafintech. 

Η ηλεκτροκίνηση είναι ένα άλλο πεδίον δόξης λαμπρόν για τα σούπερ μάρκετ. Φορτιστές για ηλεκτρικά αυτοκίνητα έχει ήδη εγκαταστήσει η «Δ. Θανόπουλος» και η My Market, ενώ η «ΑΒ Βασιλόπουλος» έχει υπογράψει σχετικό μνημόνιο συνεργασίας με τη ΔΕΗ.

Από την άλλη, οι εταιρείες πετρελαιοειδών, οι οποίες λόγω του περιορισμού των μετακινήσεων είδαν τη φετινή χρονιά τις πωλήσεις τους να σημειώνουν ελεύθερη πτώση, επιδιώκουν να διευρύνουν την γκάμα των προϊόντων (τρόφιμα, σνακς κ.λπ.) που διαθέτουν στα καταστήματα των πρατηρίων καυσίμων. Στην ουσία επιθυμούν να τα μετατρέψουν σε μεσαία σούπερ μάρκετ, στα οποία ο καταναλωτής θα μπορεί να κάνει τα ψώνια του την ώρα που φορτίζει το αυτοκίνητό του, διαδικασία που δεν διαρκεί λιγότερο από 15 λεπτά. Για τον λόγο αυτό, η Shell σχεδιάζει την επέκταση του δικτύου της κατά 20% έως το 2025 και η BP κατά 50% έως το 2030.