ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

Κοινό μέτωπο ΗΠΑ – Ε.Ε. εναντίον της Κίνας

Η εκλογή του Τζο Μπάιντεν διευκολύνει τον εκ νέου σχηματισμό μιας διατλαντικής συμμαχίας

koino-metopo-ipa-e-e-enantion-tis-kinas-561186691

Από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μέχρι να ανατείλει στις ΗΠΑ το πρωτοφανές πολιτικό φαινόμενο που χαρακτηρίστηκε «τυφώνας Τραμπ», η συμμαχία ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού υπήρξε ακρογωνιαίος λίθος της παγκόσμιας τάξης πραγμάτων. Υπέστη, όμως, καίρια πλήγματα από τον απερχόμενο πρόεδρο της υπερδύναμης, ώστε λίγες ημέρες πριν από τις αμερικανικές εκλογές η Σούντα Ντέιβιντ Ουίλπ, στέλεχος του γερμανικού Ταμείου Μάρσαλ, σχολίασε πως «οι σχέσεις ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού τελούν υπό μηχανική υποστήριξη». Λίγο μετά την εκλογή του Τζο Μπάιντεν, ο τέως πρόεδρος της Κομισιόν Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ δήλωσε εξίσου κατηγορηματικά ότι «ο νέος πρόεδρος δεν θα αλλάξει την προσέγγιση της Ουάσιγκτον στα διεθνή θέματα εν μια νυκτί, δεν μπορεί να το κάνει».  Την ίδια στιγμή όμως ο ύπατος εκπρόσωπος  Εξωτερικής Πολιτικής της Ε.Ε. Ζοζέπ Μπορέλ έδινε συγχαρητήρια στον νεοεκλεγέντα πρόεδρο εκφράζοντας την ικανοποίηση της Ευρώπης για την αλλαγή σκυτάλης στην Ουάσιγκτον αλλά και την αδημονία της Ε.Ε. να βρει ξανά αξιόπιστο συνομιλητή στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και να «ξαναχτίσει τη σχέση εταίρων» μαζί του. Οπως διεφάνη σαφώς μέσα στην εβδομάδα, για την Ευρώπη η πολυπόθητη εκλογή Μπάιντεν αποτελεί την ευκαιρία για μια επαναπροσέγγιση της υπερδύναμης με ζητούμενο εκείνο που δεν προϋποθέτει καμία αλλαγή πολιτικής από αμερικανικής πλευράς: να συμπτύξουν ενιαίο μέτωπο κατά της στρατηγικής απειλής που αποτελεί πλέον η επέλαση της Κίνας στις βιομηχανίες και στις τεχνολογίες τόσο των ΗΠΑ όσο και της Ε.Ε.

Μέσα στην εβδομάδα διέρρευσε επιστολή που συντάσσει η Κομισιόν και προορίζεται για την Ουάσιγκτον. Σε αυτήν ζητεί «να ανανεωθεί αλλά και να συντηρηθεί» η συμμαχία Ε.Ε. – ΗΠΑ προκειμένου να περιχαρακώσει ο δημοκρατικός κόσμος τα συμφέροντά του έναντι των «αυταρχικών δυνάμεων» και των «κλειστών οικονομιών που εκμεταλλεύονται την ελευθερία από την οποία εξαρτώμεθα». Στο ίδιο κείμενο η Κομισιόν τονίζει πως ΗΠΑ και Ε.Ε. συμφωνούν ότι αποτελεί στρατηγική πρόκληση η Κίνα και η διαρκώς αυξανόμενη αυτοπεποίθησή της ως προς τον διεθνή της ρόλο, έστω κι αν δεν συμφωνούν πάντα ως προ το ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να αντιμετωπίσουν αυτήν την πρόκληση.

koino-metopo-ipa-e-e-enantion-tis-kinas0

Προτού ακόμη δώσει δείγματα γραφής η νέα κυβέρνηση, ο Τζο Μπάιντεν κατέστησε σαφές σε συνέντευξή του πως δεν θα σπεύσει να ανατρέψει το σκηνικό που έχει διαμορφώσει ο προκάτοχός του, δεν πρόκειται ούτε να ακυρώσει την αρχική εμπορική συμφωνία Τραμπ – Σι Ζινπίνγκ ούτε να άρει τους δασμούς στα κινεζικά προϊόντα. Διευκρίνισε μάλιστα πως η κυβέρνησή του θα επιδιώξει τη διαβούλευση με τους συμμάχους της υπερδύναμης σε Ασία και Ευρώπη «προκειμένου να συγκροτήσουμε μια συνολική στρατηγική» έναντι του Πεκίνου. Η φράση του ερμηνεύθηκε μάλιστα από στελέχη του Ινστιτούτου Peterson ως πρόθεση του νέου προέδρου να διαπραγματευθεί εκ νέου διεθνείς εμπορικές συμφωνίες από τις οποίες απέσυρε τις ΗΠΑ ο προκάτοχός του.

Απομένει να φανεί κατά πόσον θα είναι από ευρωπαϊκής πλευράς εύκολο να συμπορευτεί η Ε.Ε. με την αμερικανική προσέγγιση στο θέμα, διαμορφώνοντας κοινή τακτική. Σύμφωνα με τον Ζαν Ντομινίκ Τζουλιάνι, επικεφαλής του Ιδρύματος Schuman, που διατηρεί στενούς δεσμούς με το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, οι αποφάσεις εναπόκεινται στους Ευρωπαίους ηγέτες που «πρέπει να καθορίσουν τι θέλουν να κάνουν μαζί με την Αμερική και όχι απλώς να περιμένουν να τους το πει εκείνη».

Η Γερμανία επιχειρεί να αναχαιτίσει την κινεζική επέλαση

Στο ζητούμενο ενός κοινού μετώπου Ουάσιγκτον και Ευρώπης έναντι της Κίνας, καίριο ερώτημα είναι κατά πόσον μπορεί η ίδια η Ε.Ε. να διαμορφώσει ενιαία πολιτική και συμπαγές μέτωπο στο θέμα της Κίνας. Η επέλαση της Κίνας έχει δικαιολογημένα διχάσει τον δυτικό κόσμο και ειδικότερα την Ε.Ε., δεδομένων των συγκρουόμενων συμφερόντων μεταξύ των χωρών-μελών της. Το Πεκίνο έχει επενδύσει τα ανεξάντλητα συναλλαγματικά διαθέσιμα της Κίνας σε ευρωπαϊκές και αμερικανικές βιομηχανίες, ενώ έχει εξαγοράσει πολλές από αυτές, καθώς και υποδομές στρατηγικής σημασίας στην Ευρώπη, όπως λιμάνια και δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας αλλά και τεχνολογικές βιομηχανίες.

Το αποτέλεσμα είναι άλλες από τις ευρωπαϊκές χώρες να αναζητούν τρόπο για να αναχαιτίσουν την κινεζική επέλαση στις στρατηγικής σημασίας βιομηχανίες και τεχνολογίες τους και άλλες να επιθυμούν να εκμεταλλευθούν κατά το δυνατόν το ιδιαιτέρως πρόθυμο κινεζικό κεφάλαιο. Στην πρώτη κατηγορία εντάσσεται βέβαια η Γερμανία, που υπέστη αιφνιδιασμό ανάλογο εκείνου των ΗΠΑ όταν αντελήφθη καθυστερημένα πως, από πελάτης για τις εξαγωγές της, η Κίνα είχε εξελιχθεί σε ανταγωνιστή της. Το μεγαλύτερο σοκ για τη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή οικονομία ήταν, όμως, η διαπίστωση ότι οι κινεζικές βιομηχανίες την «έπιασαν στον ύπνο» και πρόλαβαν να εξαγοράσουν στρατηγικής σημασίας βιομηχανίες της. Η κρίσιμη στιγμή που ενεργοποίησε τα ανακλαστικά του Βερολίνου ήταν το 2016, όταν η κινεζική Midea εξαγόρασε τη γερμανική βιομηχανία ρομποτικής Kuka.

Η υπόθεση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στον πολιτικό κόσμο της Γερμανίας που, ωστόσο, απεδείχθησαν ατελέσφορες, καθώς δεν στάθηκαν αρκετά ισχυρές για να αποτρέψουν τη σχετική συμφωνία. Περίπου ενάμιση χρόνο αργότερα, στα τέλη του 2018, το Βερολίνο θέσπισε νέα νομοθεσία με την οποία μείωσε το ποσοστό των μετοχών μιας εταιρείας που μπορούν να εξαγοραστούν από ξένο όμιλο, και αν αυτό ενδέχεται να ξεπεραστεί, αρχίζουν αυτομάτως έρευνες οι γερμανικές αρχές και μπορεί να  εμποδίσουν την εξαγορά.

Στη δεύτερη κατηγορία, όμως, εντάσσεται η Ελλάδα και την ακολουθούν οι χώρες της Βαλκανικής που έχουν ανάγκη τις συχνά αμφισβητούμενου οφέλους επενδύσεις της Κίνας. Οταν, άλλωστε, κλήθηκαν οι ευρωπαϊκές χώρες να ακολουθήσουν την Ουάσιγκτον στο εμπάργκο κατά του κινεζικού κολοσσού στον εξοπλισμό τηλεπικοινωνιών, της Huawei, και τον αποκλεισμό της από τα δίκτυα τηλεπικοινωνιών πέμπτης γενιάς, τα στρατηγικής σημασίας 5G, φάνηκε ανάγλυφα πόσο δύσκολο ήταν να διατυπωθεί κοινή ευρωπαϊκή θέση.

Εχουν υπάρξει, πάντως, προσπάθειες προς την κατεύθυνση κάποιας συντονισμένης ευρωπαϊκής άμυνας έναντι της κινεζικής επέλασης. Το φθινόπωρο του 2017 κι ενώ βρισκόταν σε πλήξη εξέλιξη ο σινοαμερικανικός εμπορικός πόλεμος, η Κομισιόν  παρουσίασε πρόταση για τη θέσπιση ενός πανευρωπαϊκού μηχανισμού ελέγχου και εποπτείας των άμεσων ξένων επενδύσεων, του οποίου εμφανής στόχος ήταν οι κινεζικές επιχειρήσεις και οι επενδύσεις τους εντός Ευρώπης. Τότε ζήτησε για πρώτη φορά συντονισμό μεταξύ των εθνικών αρχών με σκοπό τη διαφάνεια και τον έλεγχο των ξένων επενδύσεων με γνώμονα και κριτήριο τη δημόσια τάξη και την ασφάλεια.

Πανευρωπαϊκός μηχανισμός ελέγχου άμεσων ξένων επενδύσεων

Η πρωτοβουλία της Κομισιόν για τη θέσπιση ενός πανευρωπαϊκού μηχανισμού ελέγχου και εποπτείας των άμεσων ξένων επενδύσεων είναι υπό μία έννοια μια πρώτη κίνηση σύγκλισης με την αμερικανική προσέγγιση έναντι της Κίνας, τουλάχιστον σε τεχνικό επίπεδο. Κινείται στα πρότυπα της πανίσχυρης αμερικανικής επιτροπής ελέγχου των ξένων επενδύσεων (CIFIUS) που ανιχνεύει τις προτεινόμενες ξένες επενδύσεις, πολλώ δε μάλλον τις προτεινόμενες εξαγορές αμερικανικών επιχειρήσεων στη βάση της εθνικής ασφάλειας. Κάποιοι ίσως θυμούνται ακόμη την πολιτική θύελλα που είχε ξεσπάσει στις ΗΠΑ όταν μια αραβική εταιρεία εξαγόρασε αμερικανικό λιμάνι τα πρώτα χρόνια μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Προπαντός, όμως, η CIFIUS είναι η κατ’ εξοχήν αμερικανική αρχή που βρέθηκε στην πρώτη γραμμή του πυρός στον σινοαμερικανικό εμπορικό πόλεμο, καθώς η κυβέρνηση Τραμπ αναβάθμισε τα καθήκοντά της, θέτοντας στο στόχαστρό της, βέβαια, τις επενδύσεις των κινεζικών επιχειρήσεων. 
Για την Ευρώπη όμως η πανδημία έδρασε, όπως και σε πολλά άλλα επίπεδα, ως επιταχυντής των εξελίξεων, επιφέροντας μεταβολές, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως δραματικές και προπαντός προς τη θετική κατεύθυνση. Οταν η αναστολή της οικονομικής δραστηριότητας έφερε αμέτρητες ευρωπαϊκές εταιρείες σε δεινή θέση ή ακόμη και στα πρόθυρα της πτώχευσης, όταν με τη θύελλα των αγορών υποχώρησε θεαματικά η χρηματιστηριακή αξία τους, με αποτέλεσμα να καταστούν πολλές από αυτές εύκολη λεία στις ορέξεις κινεζικών κολοσσών, η Ε.Ε. αντέδρασε. Η Κομισιόν αναθεώρησε θέσφατα της πολιτικής της όπως την απαγόρευση στις κρατικές ενισχύσεις. Εγκατέλειψε έτσι, κανείς δεν γνωρίζει για πόσο, μια προσέγγιση αμιγώς προσανατολισμένη στην αγορά για να την αντικαταστήσει με μια στάση σαφώς περισσότερο πολιτική και πολύ πιο προσανατολισμένη στα εθνικά συμφέροντα των χωρών-μελών.

Πρώτα απ’ όλα επέτρεψε στις κυβερνήσεις των χωρών-μελών να προχωρούν σε ενέσεις κεφαλαίου σε όποιες επιχειρήσεις το κρίνουν σκόπιμο. Εφτασε μάλιστα στο πάλαι ποτέ αδιανόητο σημείο να ενθαρρύνει τη μερική ή ολική κρατικοποίηση ευρωπαϊκών εταιρειών στρατηγικής σημασίας, καλώντας τις κυβερνήσεις να μεριμνήσουν δεόντως προκειμένου να μην πέσουν οι εταιρείες τους σε ξένα χέρια. 

Στο πλαίσιο όλων αυτών των ανατροπών που υπαγόρευε η ανωτέρα βία της πανδημίας, η Κομισιόν έκανε στις αρχές του καλοκαιριού ίσως το πιο αποφασιστικό βήμα. Υιοθέτησε Λευκή Βίβλο με την οποία επιχειρεί πλέον να θωρακίσει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις όταν αυτές βρίσκονται στο στόχαστρο εταιρειών τρίτων χωρών και προπαντός εταιρειών που επιδοτούνται από τις κυβερνήσεις τους. Με εμφανή στόχο βέβαια τις επιχειρήσεις της Κίνας.

Ολα αυτά μοιάζει να φέρνουν την πολιτική της Ε.Ε. πιο κοντά στην αμερικανική προσέγγιση του προβλήματος Κίνα. Στην Ευρώπη, όμως, μέρος της διαμάχης για τη στάση απέναντι στην Κίνα είναι και η επιχειρηματολογία περί των θέσεων εργασίας που δημιουργούν οι κινεζικές επιχειρήσεις. Τα αριθμητικά στοιχεία δεν φαίνεται να δικαιώνουν αυτή την επιχειρηματολογία. Είναι άλλωστε κοινός τόπος πλέον ότι οι κινεζικές επιχειρήσεις έχουν εδώ και χρόνια κατηγορηθεί από χώρες στις οποίες επενδύουν, όπως π.χ. τις αφρικανικές, ότι δεν προσφέρουν στην οικονομία τους ούτε δημιουργούν θέσεις εργασίας, καθώς συνήθως φέρνουν μαζί τους προσωπικό από την Κίνα και απασχολούν ελάχιστους γηγενείς.

Η γεωπολιτική διάσταση της κινεζικής επέλασης έχει, άλλωστε, απασχολήσει και τις Βρυξέλλες, εφόσον έχει διαπιστωθεί πως ορισμένα κράτη-μέλη ενδέχεται να αποδειχθούν επιρρεπή στις συστηματικές πιέσεις του Πεκίνου, ώστε να υιοθετήσουν θέσεις ευνοϊκές για τα συμφέροντά της προκειμένου να μη χάσουν τα οφέλη του κινεζικού κεφαλαίου.

Συσπείρωση

Μιλώντας στους New York Times μέσα στην εβδομάδα, ο νεοεκλεγείς πρόεδρος των ΗΠΑ φάνηκε έτοιμος για μια συσπείρωση δυνάμεων με την Ευρώπη απέναντι στην πρόκληση της Κίνας, όταν τόνισε πως η καλύτερη στρατηγική θα είναι «εκείνη στην οποία θα συμμετάσχουν όλοι οι σύμμαχοί μας ή τουλάχιστον όσοι υπήρξαν σύμμαχοί μας».

Επιθυμία 

koino-metopo-ipa-e-e-enantion-tis-kinas2

Συγχαίροντας τον Τζο Μπάιντεν για την εκλογή του, ο ύπατος εκπρόσωπος Εξωτερικής Πολιτικής και Ασφάλειας της Ε.Ε. μίλησε για «μια μεγάλη ημέρα για τις ΗΠΑ και για την Ευρώπη» και έσπευσε να εκφράσει την επιθυμία των Ευρωπαίων «από κοινού με τη νέα κυβέρνηση να ξαναχτίσουμε τη μεταξύ μας σχέση εταίρων».

Η ισχύς 

koino-metopo-ipa-e-e-enantion-tis-kinas4

Εκφράζοντας την πεποίθησή της ότι η Ευρώπη χρειάζεται την αμερικανική ισχύ αλλά και την ελπίδα πως υπάρχει αντίστοιχη ανάγκη «και στην Ουάσιγκτον», η Γερμανίδα υπουργός Αμυνας Ανεγκρετ Κραμπ-Κάρενμπαουερ υποστήριξε ότι «οι Ευρωπαίοι δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τον κρίσιμο ρόλο των ΗΠΑ ως παρόχου ασφάλειας».