ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Νέα πρόταση προς την ΕΚΤ για τη διαγραφή κρατικού χρέους

nea-protasi-pros-tin-ekt-gia-ti-diagrafi-kratikoy-chreoys-561189229

Επανέρχεται και επαναδιατυπώνεται από παράγοντες της αγοράς το αίτημα που υπέβαλαν προ ημερών Ιταλοί πολιτικοί για διαγραφή όσων ιταλικών ομολόγων έχουν εκδοθεί εξαιτίας της πανδημίας και βρίσκονται στους ισολογισμούς της ΕΚΤ. Αυτή τη φορά διατυπώνεται από χείλη οικονομολόγων παρά τις κατηγορηματικές αρνήσεις της προέδρου της ΕΚΤ αλλά και τη θύελλα των γερμανικών αντιδράσεων και μόνο στο άκουσμα της ιδέας. Η διεύρυνση της συζήτησης επί του θέματος δεν συνεπάγεται, πάντως, γενικότερη συναίνεση της αγοράς προς αυτήν την κατεύθυνση.

Σχολιάζοντας όσα προηγήθηκαν την περασμένη εβδομάδα, ο Κάρστεν Μπρεζέσκι, οικονομολόγος της ING, δήλωσε στους Financial Times πως «υπάρχουν πάρα πολλοί λόγοι αυτή τη στιγμή για να μην ανησυχεί κανείς για την αύξηση του χρέους, αλλά στο μέλλον θα χρειαστεί να το εξετάσουμε αυτό το θέμα». Εξέφρασε στη συνέχεια την εκτίμηση πως «κάποιου είδους διαγραφή χρέους μάλλον θα χρειαστεί είτε το κάνει άμεσα η ΕΚΤ είτε μέσω μετατροπής των ομολόγων σε αιώνια ομόλογα με μηδενικό επιτόκιο».

Τη σκυτάλη στη συζήτηση πήρε η Λουκρέτζια Ράιχλιν, καθηγήτρια Οικονομικών στο London Business School, επισημαίνοντας πως «πρέπει να διαχωρίσουμε την πολιτική θέση επί του θέματος από την οικονομική θέση» και έσπευσε να διασαφηνίσει ότι «από αμιγώς οικονομική άποψη η διαγραφή χρέους είναι λογική σε ορισμένες περιστάσεις».

Μιλώντας προ ημερών στην ιταλική εφημερίδα La Repubblica, ο Ιταλός πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Νταβίντ Σασόλι, απηύθυνε συγκεκαλυμμένα σχετική έκκληση στην ΕΚΤ, τονίζοντας πως η διαγραφή χρέους «είναι ενδιαφέρουσα υπόθεση εργασίας και είναι συμβατή με το βασικό αξίωμα του βιώσιμου χρέους». Ακολούθησε με απόσταση ελάχιστων ημερών ο Ρικάρντο Φρακάρο, στενός σύμβουλος του Ιταλού πρωθυπουργού Τζουζέπε Κόντε, που μιλώντας στο Bloomberg τόνισε ότι «η νομισματική πολιτική πρέπει να στηρίζει την αναπτυξιακή δημοσιονομική πολιτική των κρατών-μελών με κάθε δυνατό τρόπο». Και προσέθεσε πως ανάμεσα στους τρόπους στήριξης είναι «η ακύρωση όσων ομολόγων αγόρασε στη διάρκεια της πανδημίας ή εσαεί παράταση της ωρίμανσής τους».

Την ιδέα της διαγραφής δημοσίου χρέους ακόμη και των ευρωπαϊκών χωρών έθιξαν ορισμένοι ακαδημαϊκοί προ δεκαετίας όταν η Ευρωζώνη βυθιζόταν στην κρίση χρέους. Από την αρχή της πανδημίας, άλλωστε, πολιτικοί και οικονομολόγοι κάθε ιδεολογικής αποχρώσεως έσπευσαν να ενθαρρύνουν τις κυβερνήσεις να αυξήσουν το χρέος τους προκειμένου να στηρίξουν τις οικονομίες τους.

Υπολογίζεται, έτσι, πως τα μέτρα που υιοθέτησαν οι κυβερνήσεις για να στηρίξουν επιχειρήσεις και νοικοκυριά έχουν φτάσει σε 1,5 τρισ. ευρώ, με αποτέλεσμα αθροιστικά το ποσοστό του χρέους της Ευρωζώνης να υπερβαίνει φέτος το ΑΕΠ της για πρώτη φορά στην ιστορία της. Οι χώρες-μέλη της λεγόμενης περιφέρειας Ευρωζώνης, συμπεριλαμβανομένων Ελλάδας, Ιταλίας, Γαλλίας και Ισπανίας, εμφανίζουν δημοσιονομικό έλλειμμα άνω του 10% του ΑΕΠ τους. Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την Ιταλία, το δημόσιο χρέος της αναμένεται να εκτιναχθεί το 2021 στο 160% του ΑΕΠ της από το 135% στο οποίο βρισκόταν μέχρι προσφάτως.

Στο μεταξύ, η πανδημία εξεβίασε μια γενική συναίνεση ως προς την ανάγκη για χαλάρωση των δημοσιονομικών κανόνων που καθορίζουν στο 3% το ανώτατο αποδεκτό όριο του δημοσιονομικού ελλείμματος και στο  60% το ανώτατο αποδεκτό όριο του δημοσίου χρέους. Οσο, όμως, κι αν έχει ανασταλεί η ισχύς αυτών των κανόνων, θα  ενεργοποιηθούν εκ νέου όταν παρέλθει η τρέχουσα κρίση προκαλώντας δυσβάσταχτες πιέσεις στις κυβερνήσεις. Αυτός είναι και ο λόγος που ακούγεται από πολιτικούς και παράγοντες της αγοράς η ανάγκη για ελάφρυνση του χρέους ορισμένων χωρών.

Η συζήτηση έχει, πάντως, προκαλέσει ήδη θυελλώδεις αντιδράσεις, με τον Χόλγκερ Σμίντιγκ, επικεφαλής των οικονομολόγων της επενδυτικής τράπεζας Berenberg, να χαρακτηρίζει τις προτάσεις των Ιταλών πολιτικών «τη χειρότερη ιδέα της χρονιάς» και να προβλέπει πως σε μια τέτοια περίπτωση θα δοθεί στους επενδυτές το εναρκτήριο λάκτισμα για μια εκτίναξη του κόστους δανεισμού των χωρών της Ευρωζώνης και ειδικότερα της περιφέρειας.

Οπως, άλλωστε, τόνισε προ ημερών η επικεφαλής της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, όταν ερωτήθηκε σχετικά από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μια διαγραφή χρέους είναι ασύμβατη με τους όρους των συνθηκών της Ε.Ε. οι οποίες απαγορεύουν κατηγορηματικά τη χρηματοδότηση των χωρών-μελών μέσω της νομισματικής πολιτικής. Επιπλέον, ο διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας και μέλος του Δ.Σ. της ΕΚΤ, Φρανσουά Βιλερουά ντε Γκαλό, τόνισε σχετικά πως «αν εξετάσουμε τη διαγραφή χρέους μπαίνουμε σε ένα πολύ επισφαλή δρόμο». Ομοίως, ο Φάμπιο Πανέτα, πρώην αντιπρόεδρος της Τράπεζας της Ιταλίας, που έχει προσχωρήσει στο Δ.Σ. της ΕΚΤ από τις αρχές του έτους, επισήμανε πως «αν διαγράψουμε χρέος, διαγράφουμε τις πιστώσεις που του αντιστοιχούν και κάτι τέτοιο θα έχει ευρύτερες αποσταθεροποιητικές συνέπειες».

Μια διαγραφή χρέους στην Ευρωζώνη θα αποτελούσε όντως αποσταθεροποιητικό παράγοντα, καθώς οι εθνικές κεντρικές τράπεζες είναι αυτές που αγοράζουν τα περισσότερα ομόλογα για λογαριασμό της ΕΚΤ. Αν αυτά διαγραφούν ή ακυρωθούν, τότε οι κεντρικές τράπεζες θα υποστούν ζημίες, ενώ την ίδια στιγμή δεν έχουν τη δυνατότητα να τυπώσουν χρήματα οι ίδιες όπως μια κανονική κεντρική τράπεζα.