ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Νέες επενδύσεις μόνο με σταθερό πλαίσιο

nees-ependyseis-mono-me-stathero-plaisio-561193033

Επανεξετάζει τα επενδυτικά σχέδιά της στην Ελλάδα η Enel Green Power, μετά την αναδρομική επιβολή έκτακτης εισφοράς σε παλαιά έργα ΑΠΕ από την κυβέρνηση. «Η αγορά ενέργειας χρειάζεται ένα σταθερό πλαίσιο για να λειτουργεί ομαλά και να προσελκύει νέες επενδύσεις», τονίζει στην «Κ» ο επικεφαλής Ευρώπης της Enel Green Power Αριστοτέλης Χαντάβας και ανακοινώνει την απόσυρση του αρχικού ενδιαφέροντος της ιταλικής εταιρείας για είσοδο στον ΔΕΔΔΗΕ. Yπό επανεξέταση βρίσκεται επίσης το σχέδιο που αποκαλύπτει στην «Κ» ο κ. Χαντάβας για την ανάπτυξη ενός περιφερειακού δικτύου ηλεκτροκίνησης στα Βαλκάνια με αφετηρία την Ελλάδα, κατά τα πρότυπα του ηλεκτρικού δικτύου με 196 σημεία φόρτισης που έχει αναπτύξει στην Αμερική και διασχίζει συνολικά 11 χώρες. O κ. Χαντάβας διαπιστώνει «δυσλειτουργίες που πρέπει να εξεταστούν προσεκτικά και να αντιμετωπιστούν άμεσα» στην αγορά του target model και εκτιμά ότι είναι ο ορατός ο κίνδυνος το αυξημένο κόστος να περάσει στους καταναλωτές. H Εnel Green Power είναι ο πράσινος βραχίονας του ιταλικού κολοσσού Enel, του πρώην κρατικού μονοπωλίου ηλεκτρισμού της Ιταλίας, που κατάφερε να αναδιαρθρωθεί από τα πρώτα χρόνια απελευθέρωσης της αγοράς και είναι σήμερα οδηγός στην κούρσα του ενεργειακού μετασχηματισμού διεθνώς. Είναι παρούσα στην ελληνική αγορά εδώ και χρόνια και λειτουργεί το μεγαλύτερο αιολικό πάρκο στη χώρα στον Καφηρέα Ευβοίας.

– Θα ξεκινήσω από ένα θέμα που απασχολεί έντονα αυτή την περίοδο την αγορά ενέργειας αλλά και τον δημόσιο διάλογο. Με καθυστέρηση σχεδόν 10ετίας από άλλες χώρες της Ε.Ε., το target model ξεκίνησε και στην Ελλάδα, αλλά δεν έφερε τη μείωση τιμών που αναμέναμε. Αντιθέτως, βλέπουμε ασυνήθιστα υψηλές τιμές στη χονδρική αγορά. Τι έχει συμβεί κατά τη γνώμη σας;

– Σε γενικές γραμμές, η εφαρμογή του target model αποσκοπεί στην εύρυθμη και πιο δίκαιη λειτουργία της ενεργειακής αγοράς και δημιουργεί οφέλη για τους παραγωγούς και τους καταναλωτές. Είναι κάτι που φέρνει άμεσα και ορατά οφέλη, κυρίως σε αγορές απελευθερωμένες, χωρίς μονοπώλια, καθώς προάγει τον ανταγωνισμό και ευνοεί την ανάπτυξη υπηρεσιών στον τομέα της ενέργειας, όπως λ.χ. το demand response.

Κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα εφαρμογής του μοντέλου-στόχου (target model) στην Ελλάδα, σημειώθηκαν δυσλειτουργίες που πρέπει να εξεταστoύν προσεκτικά και να διορθωθούν άμεσα. Είναι γεγονός ότι το κόστος εξισορρόπησης της αγοράς έφτασε περίπου το 40% του συνολικού ενεργειακού κόστους στη χονδρική αγορά, με συνέπεια να πλήττονται άμεσα οι μη καθετοποιημένοι προμηθευτές, δηλαδή αυτοί χωρίς παραγωγή από θερμικές μονάδες. Συνεπώς, είναι ορατός ο κίνδυνος να οδηγηθούμε σε αυξημένες τιμές λιανικής, δηλαδή το κόστος αυτό να περάσει τελικά στους καταναλωτές. Το συγκεκριμένο θέμα πρέπει να επιταχύνει τις ρυθμιστικές και νομοθετικές πρωτοβουλίες, ώστε τα έργα ανανεώσιμης ενέργειας με μονάδες αποθήκευσης να μπορούν να υλοποιηθούν γρήγορα και να υποστηρίξουν την ομαλή λειτουργία του target model.

– Eνα θέμα που επίσης προκάλεσε αναταράξεις στην ενεργειακή αγορά είναι τα μέτρα για την κάλυψη του ελλείμματος των ΑΠΕ,  με αιχμή την επιβολή έκτακτης εισφοράς. Πόσο θα επηρεάσει τα επενδυτικά σχέδια της Enel Green Power για την Ελλάδα το συγκεκριμένο μέτρο;

– Παρακολουθούμε με μεγάλη προσοχή τις κινήσεις της κυβέρνησης για την προώθηση της ενεργειακής μετάβασης και τη διεύρυνση της ενεργειακής αγοράς καθώς και την προσέγγισή της στο σχέδιο ανάκαμψης (recovery), που αποτελεί και προτεραιότητα για την Ε.Ε. Ωστόσο, πιστεύουμε ότι η επιβολή αναδρομικών μέτρων αφενός δεν λύνει μακροπρόθεσμα το ζήτημα βιωσιμότητας του ΕΛΑΠΕ, αφετέρου κλονίζει την εμπιστοσύνη των επενδυτών στην ελληνική αγορά και αυξάνει το επενδυτικό ρίσκο (country risk). Η εταιρεία λαμβάνει υπόψη της τις τελευταίες εξελίξεις και θα αποφασίσει για τις επόμενες κινήσεις της.

– Eνα ερώτημα πάντως που τίθεται είναι το κατά πόσον μπορεί ένα έργο ΑΠΕ να αποζημιώνεται σε τιμές υπερδιπλάσιες ή και πολλαπλάσιες σε πολλές περιπτώσεις της αγοράς, χωρίς να δημιουργούνται προβλήματα βιωσιμότητας του ΕΛΑΠΕ.

– Το πρόβλημα βιωσιμότητας του ΕΛΑΠΕ δεν οφείλεται στις τιμές αποζημίωσης των ΑΠΕ, αλλά κυρίως στον στρεβλό τρόπο λειτουργίας της αγοράς ενέργειας και σε μέτρα που ανακλήθηκαν κατά τα τελευταία χρόνια. Σήμερα, οι ΑΠΕ είναι αποδεδειγμένα η φθηνότερη λύση στις περισσότερες χώρες του κόσμου και είναι ένας βασικός λόγος για τον οποίο ο καταναλωτής δεν επιβαρύνεται με εξαιρετικά υψηλές τιμές. Από εκεί και πέρα, δεν είναι σωστό να συγκρίνουμε έργα που ξεκίνησαν τη λειτουργία τους πριν από αρκετά χρόνια, με τελείως διαφορετικές οικονομικές συνθήκες και πολύ μεγαλύτερα κόστη υλοποίησης. Τα αυτά έργα ήταν που συνετέλεσαν στο να μειωθούν σε πολύ σημαντικό βαθμό τα κόστη του εξοπλισμού της κατασκευής και συντήρησης των έργων, με αποτέλεσμα σήμερα οι τιμές αποζημίωσης των ΑΠΕ να κινούνται τόσο χαμηλά.

 – Η Enel ανακοίνωσε προσφάτως ένα μαμούθ επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 190 δισ. ευρώ για την επόμενη δεκαετία. Ενα μεγάλο ποσοστό από αυτά προορίζεται, πέρα από τις ΑΠΕ, και στην ηλεκτροκίνηση και σε ηλεκτρικά δίκτυα. Η ΔΕΗ θα βγάλει προς πώληση σε μερικούς μήνες το 49% του ΔΕΔΔΗΕ. Εμφανίζει ενδιαφέρον για την Enel το ελληνικό δίκτυο;

– Σήμερα η Enel, με περισσότερα από 2,2 εκατ. χλμ. ηλεκτρικού δικτύου, είναι ο παγκόσμιος ηγέτης στη διαχείριση δικτύων, με διεθνή εμπειρία και καινοτόμο γνώση. Με επενδύσεις σε πολλές χώρες σε διαφορετικές ηπείρους, συμβάλλουμε στη δημιουργία υπεραξίας στα δίκτυα διανομής και για τις χώρες και για τους καταναλωτές. Γι’ αυτό παρακολουθούμε στενά διάφορες επενδυτικές ευκαιρίες που μπορεί να προκύψουν. Στην Ελλάδα, από όσα ξέρουμε μέχρι σήμερα, το πλάνο ιδιωτικοποίησης προβλέπει ότι ο ΔΕΔΔΗΕ θα παραμείνει υπό τον διαχειριστικό έλεγχο του υπάρχοντος φορέα, γεγονός που δεν μας επιτρέπει να εκφράσουμε το ενδιαφέρον μας, καθώς θεωρούμε πως είμαστε καλύτεροι στο να φέρνουμε βελτιώσεις έχοντας τον έλεγχο της εταιρείας και των επενδύσεων εκσυγχρονισμού που απαιτούνται.
 
– Τι άλλες ευκαιρίες ανοίγει για την Enel Green Power ο πράσινος μετασχηματισμός της ελληνικής αγοράς;

– Eνα σταθερό επενδυτικό περιβάλλον αποτελεί προαπαιτούμενο για να επιτευχθεί ο πράσινος μετασχηματισμός της εγχώριας αγοράς ενέργειας. Ο συνεχής εκσυγχρονισμός του νομοθετικού πλαισίου για να υποστηρίζει τις τελευταίες εξελίξεις στον ενεργειακό τομέα, όπως το repowering, τα έργα αποθήκευσης, τα υβριδικά πάρκα, οι διμερείς συμβάσεις αγοραπωλησίας και η ηλεκτροκίνηση, είναι θεμελιώδης για τώρα αλλά και για το μέλλον. Επίσης, σχετικά με την πιθανή ηλεκτροδότηση των πράσινων λιμανιών, εντοπίζουμε μια σημαντική ευκαιρία για ενίσχυση της βιωσιμότητας των θαλάσσιων μεταφορών, αξιοποιώντας πόρους μέσω του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης (European Recovery Fund).

– Πώς βλέπει η Enel την αγορά ηλεκτροκίνησης στην Ελλάδα;

– Είναι γεγονός πως οι κυβερνητικές πρωτοβουλίες στον τομέα της ηλεκτροκίνησης είναι σημαντικές και φαίνεται πως είναι μια αγορά που θα εξελιχθεί στην Ελλάδα τα επόμενα χρόνια. Η εταιρεία μας, μέσω της θυγατρικής Enel X, πρωτοπορεί στον συγκεκριμένο τομέα τα τελευταία χρόνια. Μάλιστα, πρόσφατα δημιούργησε το πρώτο 100% παναμερικανικό ηλεκτρικό δίκτυο με 196 σημεία φόρτισης JuiceBox, το οποίο περιλαμβάνει συνολικά 11 χώρες. Προφανώς, θα υπήρχε ενδιαφέρον για τη δημιουργία αντίστοιχου δικτύου στη χώρα και στην ευρύτερη περιοχή, ωστόσο η αγορά ενέργειας χρειάζεται ένα σταθερό πλαίσιο για να λειτουργεί ομαλά και να προσελκύει νέες επενδύσεις.

Διμερή συμβόλαια με ανταγωνιστικές τιμές

– Η Enel Green Power υπέγραψε πρόσφατα δεκαετή συμφωνία παροχής ηλεκτρικής ενέργειας με τη Novartis. Τα διμερή συμβόλαια μπορούν να λειτουργήσουν στην Ελλάδα και να φέρουν χαμηλότερες τιμές για τη βιομηχανία όπως σε άλλες χώρες;

– Η Enel Green Power παγκοσμίως έχει συνάψει διμερή συμβόλαια αγοραπωλησίας ενέργειας με εταιρείες-κολοσσούς, όπως η Facebook, η Google, η Bloomberg, η Budweiser και πρόσφατα η Novartis, βοηθώντας τις να συμμετάσχουν στην ενεργειακή μετάβαση και στην καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής. Τα διμερή συμβόλαια αφενός θα πιέσουν τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας προς τα κάτω, καθώς οι παραγωγοί πράσινης ενέργειας θα διαπραγματεύονται απευθείας με τους πελάτες, και αφετέρου θα δώσουν την ευκαιρία σε πολλές εταιρείες να βελτιώσουν ουσιαστικά το περιβαλλοντικό αποτύπωμά τους. Στην Ελλάδα φυσικά το ανταγωνιστικό περιβάλλον δεν μπορεί να συγκριθεί με αυτό της Αμερικής και της Βόρειας Ευρώπης, αλλά εφόσον προχωρήσει γρήγορα η απελευθέρωση της αγοράς, είναι βέβαιο ότι και η βιομηχανία της χώρας θα απολαμβάνει ανταγωνιστικές τιμές.