ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ενίσχυση ΑΕΠ 2,3% ετησίως από το Ταμείο Ανάκαμψης

enischysi-aep-2-3-etisios-apo-to-tameio-anakampsis-561195889

Τρία σενάρια για την ύφεση, με το βασικό να την τοποθετεί στο 10% για το 2020, αλλά και μία προειδοποίηση για αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας όταν τελειώσει η κρίση, ώστε να μην υπονομευθεί η βιωσιμότητα του χρέους, περιέχει η Ενδιάμεση Εκθεση Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος, την οποία υπέβαλε χθες στη Βουλή ο διοικητής της Γιάννης Στουρνάρας.

Παράλληλα, η Εκθεση αναδεικνύει ως πηγή αισιοδοξίας την αναμενόμενη εισροή πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, οι οποίοι προβλέπεται να ενισχύσουν το ΑΕΠ κατά 2,3% μεσοσταθμικά την περίοδο 2021-2026. Σε σχετική ανάλυση που περιέχει η Εκθεση, εκτιμάται επίσης ότι οι επενδύσεις θα ενισχυθούν κατά 19,5% και η απασχόληση κατά 2,5%, κατά μέσον όρο την ίδια περίοδο.
Μαλιστα, ο κ. Στουρνάρας υποστηρίζει ότι το Next Generation EU πρέπει να μετεξελιχθεί σε ένα μόνιμο δημοσιονομικό εργαλείο μακροοικονομικής σταθεροποίησης με έκδοση ασφαλών ομολόγων.

Μετά το δεύτερο κύμα της πανδημίας, η κεντρική τράπεζα αναθεώρησε τις εκτιμήσεις της για το ΑΕΠ προς το δυσμενές προηγούμενο σενάριό της, επισημαίνοντας την έντονη αβεβαιότητα που κυριαρχεί. Ετσι, τώρα, το βασικό της σενάριο προβλέπει ύφεση 10% για φέτος και ανάκαμψη 4,2% το 2021 και 4,8% το 2022.  Η κυβέρνηση προβλέπει ύφεση 10,5%, η Κομισιόν 9%, το ΔΝΤ 9,5% και ο ΟΟΣΑ 10,1%.  Το ήπιο σενάριο της κεντρικής τράπεζας προβλέπει ύφεση 9% φέτος και ανάκαμψη 4,8% το 2021 και 5% το 2022. Τέλος, το δυσμενές σενάριο, το οποίο υποθέτει πιο έντονες συνέπειες της πανδημίας και δυσκολότερη ανάκαμψη της οικονομίας, εκτιμά μείωση του ΑΕΠ κατά 11% φέτος και αύξησή του κατά 3,2% το 2021 και 4,5% το 2022.

«Η πανδημία έχει επιτείνει σημαντικά κάποια από τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Ελλάδα, μετά τη δεκαετή διάρκεια κρίσης», διαπιστώνει η Εκθεση. «Συγκεκριμένα, παρατηρείται μεγάλη κάμψη του ΑΕΠ, αποπληθωρισμός, αναβολή επενδυτικών αποφάσεων, ανακοπή της πτωτικής πορείας της ανεργίας, ενώ προβλέπεται ότι θα δημιουργηθεί μια νέα γενιά μη εξυπηρετούμενων δανείων τα οποία θα αυξήσουν το ήδη υψηλό απόθεμα. Τα αναγκαία δημοσιονομικά μέτρα στήριξης των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών επιδεινώνουν τη δημοσιονομική θέση της χώρας και αυξάνουν τον ήδη υψηλό λόγο δημοσίου χρέους προς ΑΕΠ».

Η κεντρική τράπεζα υποδεικνύει δύο τρόπους για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της ύφεσης: 1. Τη συνέχιση των μέτρων στήριξης της ευρωπαϊκής οικονομίας. 2. Την αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης.

«Ο συνδυασμός επεκτατικής δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής», τονίζει η Εκθεση, «θα πρέπει να συνεχιστεί μέχρις ότου η ανάκαμψη τεθεί σε σταθερή τροχιά και ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη προσεγγίσει επίπεδα κοντά, αλλά κάτω από το 2% σε σταθερή και βιώσιμη βάση».

Μεσοπρόθεσμα, πάντως, η Εκθεση υποστηρίζει ότι πρέπει να αποκατασταθεί η δημοσιονομική ισορροπία, παράλληλα με τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων. «Σε μια οικονομία με υψηλό δημόσιο χρέος και περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο, όπως η ελληνική, η δημοσιονομική επέκταση θα πρέπει να παραμείνει στοχευμένη και προσωρινού χαρακτήρα, ώστε να διαφυλαχθεί η βιωσιμότητα του χρέους και να μην κινδυνεύσει να μετατραπεί η πανδημική κρίση  σε μια κρίση χρέους», σημειώνει η Εκθεση  και προσθέτει: «Μετά την πανδημία, η δημοσιονομική πολιτική θα πρέπει και πάλι να εστιάσει στη σταδιακή μείωση των ελλειμμάτων και στην επίτευξη δημοσιονομικής ισορροπίας, ώστε να εξασφαλισθεί η μακροχρόνια βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών».
Βιωσιμότητα χρέους

Η Εκθεση περιλαμβάνει και μια ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους, όπου επισημαίνεται ότι ως ποσοστό του ΑΕΠ θα αυξηθεί το 2020 (πάνω από 200%), για να αποκατασταθεί η καθοδική του τροχιά μετά το 2021. Παράλληλα, όμως, θα αυξηθούν σημαντικά οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες του Δημοσίου, παρότι παραμένουν διαχειρίσιμες μεσοπρόθεσμα.  Οπως τονίζει η Εκθεση, αυτές «προβλέπεται ότι θα είναι αρκετά αυξημένες μέχρι τα μέσα της επόμενης δεκαετίας σε σχέση με τις προ πανδημίας εκτιμήσεις, κινούμενες οριακά κοντά στο συμφωνηθέν όριο  15% του ΑΕΠ, γεγονός που αφήνει λιγοστά περιθώρια για δημοσιονομική χαλάρωση και υπογραμμίζει την αναγκαιότητα διατήρησης του ευνοϊκού κλίματος των αγορών προς την Ελλάδα». 

Το δεύτερο σενάριο, δυσμενέστερο υπό την έννοια της μη αξιοποίησης των πόρων του Νext Gen EU τοποθετεί το χρέος το 2060 σε επίπεδο 13% του ΑΕΠ υψηλότερο από το βασικό, αλλά και σε καθοδική τροχιά και με τις χρηματοδοτικές ανάγκες  εντός του μακροπρόθεσμου ορίου βιωσιμότητας 20% του ΑΕΠ. Το τρίτο δυσμενέστερο σενάριο, με επιπλέον αυξημένο εξωγενή κίνδυνο, βλέπει ανακοπή της καθοδικής πορείας του χρέους μετά 35 χρόνια και χρηματοδοτικές ανάγκες πάνω από το όριο βιωσιμότητας 20% του ΑΕΠ την τελευταία δεκαετία της προσομοίωσης. 

Συμπερασματικά, επισημαίνεται ότι «παρά τη διάχυτη αβεβαιότητα και το αυξημένο ύψος του δημόσιου χρέους, οι κίνδυνοι βιωσιμότητας μεσομακροπρόθεσμα παραμένουν περιορισμένοι».