ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το City παραμένει το ισχυρότερο κέντρο επενδύσεων στην Ευρώπη

to-city-paramenei-to-ischyrotero-kentro-ependyseon-stin-eyropi-561197425

Πριν από 40 χρόνια, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, οι τράπεζες με γραφεία στη Βρετανία είχαν πολύ μεγαλύτερη διασυνοριακή παρουσία από τις τράπεζες της Γερμανίας και της Γαλλίας. Αυτό προκύπτει από δεδομένα που διαθέτει η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών και παραθέτει σχετικό ρεπορτάζ της βρετανικής εφημερίδας Financial Times. Οπως τονίζει το σχετικό δημοσίευμα, οι μεγάλες διεθνείς τράπεζες χρησιμοποιούν το City του Λονδίνου για την έκδοση κοινοπρακτικών δανείων που καταλήγουν σε ξένους πελάτες. Το City του Λονδίνου προσελκύει περιουσιακά στοιχεία για τη διαχείριση συναλλαγών και ρευστότητας των μεγαλύτερων τραπεζών, από τη βρετανική Barclays έως τις μεγάλες αμερικανικές επενδυτικές όπως η Goldman Sachs. Το επικείμενο Brexit, βέβαια, έχει εξωθήσει πολλές τράπεζες να μεταφέρουν περιουσιακά στοιχεία τους και παραρτήματα σε άλλα χρηματοπιστωτικά κέντρα εντός Ε.Ε.

Σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας δεδομένων Oliver Wyman, στον γενικό τραπεζικό κλάδο της Βρετανίας απασχολούνται περισσότερα από 100.000 άτομα, ενώ τουλάχιστον άλλοι 80.000 εργάζονται σε συναφείς κλάδους όπως η διαχείριση πλούτου, οι εταιρείες παροχής δεδομένων και οι εταιρείες παροχής τεχνολογίας για χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, οι λεγόμενες fintech. Από το 2015 και μετά, όμως, ο αριθμός των εργαζομένων στον κλάδο έχει μειωθεί κατά περίπου 5.000 άτομα.

Το Λονδίνο είναι το ιδεώδες χρηματοπιστωτικό κέντρο για τις συναλλαγές νομισμάτων και των παραγώγων επιτοκίων. Η γεωγραφική του θέση δίνει στους χρηματιστές και στους διαπραγματευτές κάθε είδους τη δυνατότητα να προλαβαίνουν το τέλος της ημέρας στις αγορές της Ασίας, αλλά και την αρχή της συνεδρίασης στη Wall Street. Η ιδανική γεωγραφική θέση του συνδυάζεται και από μια τεχνολογική υποδομή υψηλής ποιότητας. Ετσι το Λονδίνο αντιπροσωπεύει περίπου το 43% του κύκλου εργασιών των ημερήσιων συναλλαγών ύψους 6,6 τρισ. δολαρίων της αγοράς συναλλάγματος, αλλά και το ήμισυ των ημερήσιων συναλλαγών σε παράγωγα επιτοκίων ύψους 6,5 τρισ. δολαρίων. Και αυτές οι πτυχές της αγοράς δεν έχουν πληγεί από το επικείμενο Brexit.

Εδώ και χρόνια, η Νέα Υόρκη έχει επισκιάσει το Λονδίνο, καθώς έχει αναδειχθεί στο κυρίαρχο κέντρο για την εισαγωγή επιχειρήσεων στο χρηματιστήριο. Φέτος οι εισαγωγές εταιρειών στα χρηματιστήρια του Nasdaq και της Νέας Υόρκης άντλησαν συνολικά 150 δισ. δολάρια από την αρχική δημόσια εγγραφή επιχειρηματικών γιγάντων, όπως, για παράδειγμα, εκείνη της Airbnb. Μπροστά τους ωχριούν τα αντίστοιχα 6 δισ. δολάρια στο χρηματιστήριο του Λονδίνου. Οπως τονίζει η βρετανική εφημερίδα, οι ραγδαία αναπτυσσόμενες επιχειρήσεις τείνουν να προτιμούν τα χρηματιστήρια της Ασίας και των ΗΠΑ, και το Λονδίνο μάλλον δεν μπορεί να διεκδικήσει ξανά την κορυφή.

Σύμφωνα με την Ενωση Επενδύσεων, οι διαχειριστές χαρτοφυλακίου στο Λονδίνο εποπτεύουν περιουσιακά στοιχεία ύψους 11,4 τρισ. δολαρίων για λογαριασμό των αποταμιευτών σε διάφορα επενδυτικά σχήματα. Αυτό καθιστά το Λονδίνο το πρώτο και κύριο κέντρο διαχείρισης επενδύσεων στην Ευρώπη και δεύτερο παγκοσμίως μετά τις ΗΠΑ. Τα περιουσιακά στοιχεία που διαχειρίζονται οι διάφορες επενδυτικές στο Λονδίνο έχουν τριπλασιαστεί από το 2009. Και βέβαια, το Λονδίνο έχει αυξήσει το μερίδιό του στην παγκόσμια αγορά εις βάρος άλλων ευρωπαϊκών μητροπόλεων στη Γαλλία και στη Γερμανία. 

Η πανδημία προκάλεσε ραγδαία πτώση της δραστηριότητας στο Λονδίνο, καθώς υπάλληλοι γραφείων και καταστημάτων, όπως και οι τουρίστες, αναγκάστηκαν να μείνουν κλεισμένοι στα σπίτια τους. Μετά εννέα μήνες, η ανάκαμψη παραμένει περιορισμένη. Είναι ιδιαίτερα ευάλωτες τώρα οι επιχειρήσεις στο City του Λονδίνου, μια περιοχή στην οποία κυριαρχούν οι ουρανοξύστες με τα γραφεία και τους ελάχιστους ενοίκους. Οι 12 μεγαλύτερες ξένες τράπεζες απασχολούσαν συνολικά περισσότερους από 70.000 υπαλλήλους όταν έγινε το δημοψήφισμα. Οι θέσεις τους θεωρήθηκαν εξαιρετικά επισφαλείς εξαιτίας του Brexit, καθώς κάποιοι πελάτες και ορισμένες δραστηριότητες θα πρέπει εφεξής να εξυπηρετούνται από χώρες της Ε.Ε. Εχουν παρέλθει σχεδόν πέντε χρόνια από το δημοψήφισμα και έως τώρα οι περικοπές θέσεων εργασίας ήταν λίγες. Εχουν, όμως, χαθεί θέσεις εργασίας για άλλους λόγους, όπως η αναδιάρθρωση της Credit Suisse και της Deutsche Bank.