ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Διευρύνουν την ανισότητα οι φοροαπαλλαγές στα υψηλά εισοδήματα

dieyrynoyn-tin-anisotita-oi-foroapallages-sta-ypsila-eisodimata-561199960

Οι κυβερνήσεις πρέπει να φορολογούν τους πλούσιους χωρίς κανέναν δισταγμό, καθώς οι φοροαπαλλαγές και οι μειώσεις φόρων στα υψηλά εισοδήματα ωφελούν τους πλούσιους και μόνον αυτούς. Στην πραγματικότητα, οι φοροαπαλλαγές στα μεγάλα εισοδήματα καλλιεργούν, αντιθέτως, και διευρύνουν την ανισότητα χωρίς να βοηθούν σε τίποτε άλλο. Στα συμπεράσματα αυτά καταλήγει έρευνα που εκπόνησαν στη διάρκεια της πανδημίας δύο Βρετανοί οικονομολόγοι και ακαδημαϊκοί, οι Ντέιβιντ Χόουπ του London School of Economics και Τζούλιαν Λίμπεργκ του King’s College London.

Με αυτήν διαψεύδουν τις θεωρίες που θέλουν τις φοροαπαλλαγές στα υψηλά εισοδήματα να αποβαίνουν εις όφελος της ευρύτερης οικονομίας, καθώς υποτίθεται ότι διευκολύνουν τις επιχειρήσεις να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και να τονώσουν την ανάπτυξη. Οι δύο οικονομολόγοι τονίζουν ότι μέτρα όπως οι φοροαπαλλαγές που έχουν εφαρμοστεί μέσα στα τελευταία 50 χρόνια έχουν ωφελήσει  μόνον τους άμεσους αποδέκτες αυτών των φοροαπαλλαγών χωρίς να αποφέρουν κανένα έμμεσο ευεργετικό αποτέλεσμα στην οικονομία. 

Οι δύο ακαδημαϊκοί εξέτασαν και ανέλυσαν ένα μείγμα από φόρους που έχουν επιβληθεί κατά καιρούς στα εισοδήματα, στο μεγάλο κεφάλαιο και τα περιουσιακά στοιχεία  των πολιτών σε 18 χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ και της Βρετανίας. Η έρευνα κάλυψε την περίοδο των περασμένων 50 ετών.

Τα ευρήματά της, που δόθηκαν χθες στη δημοσιότητα, καταρρίπτουν πλήρως τα επιχειρήματα που κατά καιρούς προβάλλονται και ιδιαιτέρως στις ΗΠΑ ότι οι πολιτικές που φαινομενικά ευνοούν δυσανάλογα τους πλούσιους τελικά αποβαίνουν προς όφελος του συνόλου της οικονομίας και της ευρύτερης κοινωνίας. Το χρονικό διάστημα που καλύπτει η μελέτη φτάνει μέχρι και το 2015, αλλά ο Ντέιβιντ Χόουπ υποστήριξε πως η ανάλυσή τους εφαρμόζεται πλήρως και στις φοροαπαλλαγές που παραχώρησε ο απερχόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, στους Αμερικανούς πλούσιους το 2017.

Υπενθυμίζεται ότι ο Ντόναλντ Τραμπ είχε παρουσιάσει το πρόγραμμα φοροαπαλλαγών που είχε παραχωρήσει στις μεγάλες επιχειρήσεις και στα πολύ υψηλά εισοδήματα ακριβώς με αυτήν την επιχειρηματολογία ότι θα τονωθεί η ανάπτυξη στις ΗΠΑ και θα δημιουργηθούν θέσεις απασχόλησης. Προκάλεσε, όμως, επικρίσεις και αντεπιχειρήματα από μερίδα των Δημοκρατικών αλλά και οικονομολόγων, συμπεριλαμβανομένου του κατόχου Νομπέλ Οικονομίας και αρθρογράφου των New York Times, Πολ Κρούγκμαν.

Η κατηγορηματική δήλωση του Ντέιβιντ Χόουπ κατά την παρουσίαση των πορισμάτων της έρευνας ήταν πως «η έρευνά μας καταδεικνύει ότι αυτές οι πολιτικές δεν αποδίδουν τα έμμεσα αποτελέσματα που επικαλούνται οι υποστηρικτές τους». Οι δύο οικονομολόγοι καλούν, έτσι, τις κυβερνήσεις να φορολογήσουν ανενδοίαστα τα υψηλά εισοδήματα, επιβαρύνοντάς τα με μεγαλύτερο μέρος του κόστους της πανδημίας. Παρουσιάζοντας τα πορίσματα της έρευνάς του, ο Ντέιβιντ Χόουπ τόνισε πως «οι πολιτικοί αρχηγοί δεν πρέπει να ανησυχούν πως θα πλήξουν τις οικονομίες τους αν αυξήσουν τους φόρους στους πλούσιους για να χρηματοδοτήσουν το κόστος της πανδημίας».

Οπως σχολιάζει σχετικό ρεπορτάζ του Bloomberg, οι θέσεις των δύο ακαδημαϊκών λύνουν τα χέρια του Βρετανού υπουργού Οικονομικών, Ρίσι Σουνάκ, που ελπίζει να αυξήσει τους φόρους ώστε να στηρίξει τα δημόσια οικονομικά της Βρετανίας και να χρηματοδοτήσει το υψηλότατο κόστος αντιμετώπισης της πανδημίας. Ειδικότερα προσβλέπει στην αύξηση της φορολογίας στις αποδόσεις κεφαλαίου, ένα μέτρο που θα επιβαρύνει δυσανάλογα τα υψηλά εισοδήματα.

Προ παντός τα πορίσματα της μελέτης των δύο οικονομολόγων συνεπάγονται ότι η βρετανική οικονομία μπορεί άνετα να αντιπαρέλθει την επιβολή ενός εφάπαξ φόρου ύψους 5% στον μεγάλο πλούτο. Αυτόν τον φόρο πρότεινε την περασμένη εβδομάδα η βρετανική Επιτροπή Φορολογίας Πλούτου που θα επηρεάσει περίπου 8 εκατ. κατοίκους της Γηραιάς Αλβιώνος.