ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σε δανεισμό ρεκόρ προχωράει η Γερμανία εντός του 2021

se-daneismo-rekor-prochoraei-i-germania-entos-toy-2021-561199969

Εχοντας εγκαταλείψει προσωρινά το θέσφατο του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού και το λεγόμενο «φρένο χρέους» που είχε ενσωματώσει στο σύνταγμά της, η υπέρμαχος της δημοσιονομικής πειθαρχίας Γερμανία προχώρησε φέτος σε πρωτοφανή δανεισμό για να αντιμετωπίσει τον οικονομικό αντίκτυπο της πανδημίας.

Το επόμενο έτος, όμως, θα ξεπεράσει κάθε προηγούμενο προκειμένου να στηρίξει την οικονομία της στη διάρκεια του δεύτερου κατά σειράν έτους της κρίσης του κορωνοϊού και ενώ το δεύτερο κύμα της πανδημίας έχει αποδειχθεί εξαιρετικά επιθετικό για τη Γερμανία και έχει υπαγορεύσει νέα αναστολή της οικονομικής δραστηριότητας.

Σύμφωνα με στοιχεία που έδωσε χθες στη δημοσιότητα η γερμανική Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Χρηματοοικονομικών, το Βερολίνο εξέδωσε στη διάρκεια του 2020 ομόλογα και έντοκα γραμμάτια συνολικού ύψους 407 δισ. ευρώ. Σχεδιάζει, όμως, να δανειστεί σαφώς περισσότερο το επόμενο έτος, καθώς θα εκδώσει ομόλογα ύψους 471 δισ. ευρώ. Στις εκδόσεις του νέου χρέους θα συμμετάσχουν δύο ειδικά οχήματα, το Ταμείο Οικονομικής Σταθεροποίησης, που θα αναλάβει να καλύψει τον αντίκτυπο της πανδημίας και το Ταμείο Σταθεροποίησης των Χρηματαγορών το οποίο έχει θεσπιστεί στη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008.

Το Βερολίνο σχεδιάζει, άλλωστε, να προχωρήσει στην πρώτη του έκδοση τριακονταετούς «πράσινου» ομολόγου τον Μάιο και να εκδώσει επίσης τίτλους με κυμαινόμενη απόδοση αναλόγως του πληθωρισμού. Τον Σεπτέμβριο κυκλοφόρησε, άλλωστε, το πρώτο δεκαετές «πράσινο» ομόλογο και αν υλοποιήσει τα σχέδιά του θα έχει εκδώσει συνολικά «πράσινους» τίτλους αξίας περίπου 11 δισ. ευρώ μέσα σε μερικούς  μήνες. Η διαφορά των «πράσινων» ομολόγων της Γερμανίας από τα συμβατικά ομόλογα του γερμανικού δημοσίου είναι ότι θα έχουν μηδενική απόδοση, ενώ οι αποδόσεις των συμβατικών ομολόγων ίδιας διάρκειας βρίσκονται σε αρνητικό έδαφος.

Από τον προϋπολογισμό που παρουσίασε η κυβέρνηση Μέρκελ την περασμένη εβδομάδα στην Κάτω Βουλή προκύπτει πως οι δαπάνες για την αντιμετώπιση της πανδημίας και του οικονομικού της αντίκτυπου θα υπερβούν τα έσοδα του ομοσπονδιακού κράτους και θα οδηγήσουν στη συσσώρευση  καθαρού νέου χρέους ύψους 180 δισ. ευρώ το επόμενο έτος. Μέχρι στιγμής, το Βερολίνο ευελπιστεί να επαναφέρει το ιερό για τη γερμανική νοοτροπία «φρένο χρέους» το 2022, με την ελπίδα πως θα έχουν πάει όλα καλά και θα έχει αντιμετωπιστεί η πανδημία του νέου κορωνοϊού.

Οπως τονίζει σχετικό δημοσίευμα του Bloomberg, η δημοσιονομική πειθαρχία που παραδοσιακά πλέον τηρεί το Βερολίνο, καθώς και η οικονομική ανάπτυξη που ακολούθησε τα χρόνια μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και την κρίση χρέους βοήθησαν τη Γερμανία να περιορίσει το χρέος της σε επίπεδα πολύ χαμηλότερα σε σύγκριση με εκείνα των άλλων χωρών-μελών του G7. 

Οι οικονομολόγοι της επιτροπής προϋπολογισμού στο γερμανικό Κοινοβούλιο έχουν, πάντως, προειδοποιήσει ήδη ότι οι εκτεταμένες δαπάνες που έγιναν για να αντιμετωπιστούν η πανδημία και ο οικονομικός της αντίκτυπος δεν μπορούν να συνεχιστούν για πολύ καιρό ακόμα.

Η είδηση περί των επικείμενων εκδόσεων «πράσινων» ομολόγων μεγάλης διάρκειας έδωσε χθες ώθηση στα ομόλογα του γερμανικού δημοσίου, με την απόδοση του δεκαετούς να υποχωρεί στο -0,58%. Οι αρνητικές αποδόσεις έχουν, άλλωστε, αποβεί προς όφελος της Γερμανίας, που στη διάρκεια του 2020 άντλησε από την έκδοση κρατικού χρέους τόκους συνολικού ύψους 7 δισ. ευρώ. Για το γερμανικό κράτος η ανάληψη χρέους το έτος που λήγει σε λίγες ημέρες όχι μόνον δεν συνοδεύτηκε από την καταβολή τόκων, αλλά οδήγησε σε δυσθεώρητα και απροσδόκητα κέρδη. 

Μέχρι και τις 3 Δεκεμβρίου του τρέχοντος έτους, η έκδοση κρατικών ομολόγων απέφερε έσοδα από τόκους ύψους συνολικά 7 δισ. ευρώ. Με απλά λόγια: οι επενδυτές πλήρωσαν φέτος περί τα 7 δισ. ευρώ στη Γερμανία για να της δανείσουν χρήματα. Αυτό προκύπτει σύμφωνα με το Reuters από απάντηση του υπουργείου Οικονομικών σε επερώτηση του βουλευτή της Αριστεράς Φάμπιο ντε Μάζι. Οπως αναφέρει στην απάντησή του το υπουργείο, τα απροσδόκητα έσοδα οφείλονται «στα ιστορικά εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια».

Μολονότι αποφέρουν ουσιαστικά ζημίες στους αγοραστές τους, τα γερμανικά ομόλογα παραμένουν ιδιαίτερα δημοφιλή. Οι προσφορές των επενδυτών υπερκαλύπτουν συνήθως κατά δύο φορές την κάθε έκδοση. Με το τριπλό ΑΑΑ από τους οίκους αξιολόγησης, η πιστοληπτική ικανότητα της Γερμανίας θεωρείται άριστη. Πέραν της εξαιρετικής αυτής βαθμολογίας όμως είναι γεγονός ότι η αγορά ομολόγων είναι και πολύ μεγάλη. Μεταξύ των αγοραστών βρίσκονται συνταξιοδοτικά ταμεία, διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων και άλλοι θεσμικοί επενδυτές.  

Η προφανής αιτία είναι ότι το χρέος του γερμανικού δημοσίου είναι από τις πλέον ασφαλείς επενδύσεις. Ελλείψει, έτσι,  εναλλακτικών που αποφέρουν κέρδος, οι επενδυτές είναι διατεθειμένοι να δανείσουν στη Γερμανία βγαίνοντας ακόμη και ζημιωμένοι. Σημειωτέον ότι στις 30 Νοεμβρίου η μέση απόδοση των γερμανικών ομολόγων κυμαινόταν στο -0,56%.