ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ

Άποψη: Πτώχευση και στρατηγική

apopsi-ptocheysi-kai-stratigiki-561202576

Το βασανιστικό ερώτημα «θα κάνω εμβόλιο ή δεν θα κάνω» αποτελεί αντικείμενο ατομικού και συλλογικού προβληματισμού. Η επιστήμη έκανε, ως όφειλε, το έργο της και μάλιστα σε χρόνο ρεκόρ. Η επιλογή μας στο συγκεκριμένο ερώτημα αποτελεί πλέον μία στρατηγική. Αν και βασική ατομική επιλογή, δεν προβλέπεται να είναι το μοναδικό στοιχείο της συμπεριφοράς μας την επόμενη χρονιά. Κατ’ αναλογία, σχεδόν το σύνολο των επιχειρηματικών και φυσικών οικονομικών ατόμων της χώρας, αριθμός μεγαλύτερος από τον προβλεπόμενο να εμβολιαστεί, από την 1/1/2021 προβλέπεται να αντιμετωπίσει το ερώτημα «θα πτωχεύσω ή θα ρυθμίσω τις υποχρεώσεις μου». Γιατί, ας μη κρυβόμαστε,  δεν υπάρχει πολίτης ή κερδοσκοπικός και μη οργανισμός πλην του στενού πλαισίου του Δημοσίου, που άμεσα ή έμμεσα δεν πρέπει να κάνει την συγκεκριμένη επιλογή. Δυστυχώς, η οικονομία μάς έμαθε ότι, αν και λειτουργούμε σε ατομικό, ισορροπούμε τελικά σε γενικό επίπεδο.

Πόσο εύκολο είναι να καταλάβει ο απλός πολίτης την βιολογία της πτώχευσης; Σε σύγκριση με τον COVID, που παρ’ όλη την προσπάθεια των ειδικών τα ερωτηματικά σε σχέση με τις επιπτώσεις του εμβολίου παραμένουν υπό κρίση, στην πτώχευση η απάντηση είναι πολύ εύκολη. Διότι ένα –ξεκάθαρο στη βάση του νομικό κείμενο – δεν απαιτεί να μελετήσουμε 270 άρθρα και 54 υπουργικές αποφάσεις.

Στην ουσία του, ο νόμος είναι τέσσερα νούμερα και μία ευθεία γραμμή.

Ας σκεφτούμε μία ευθεία γραμμή με τρία σημεία – όπως στο διάγραμμα – επ’ αυτής, ΑΒΓ.                                                                                                                                                                                                 

 Α                                        Β                                      Γ

Κάθε σημείο αντιστοιχεί σ’ έναν αριθμό. Στο Α έχουμε την αξία άμεσης αγοράς ή ρευστοποίησης όλης της περιουσίας και των συναφών εισοδημάτων (κινητής και ακίνητης, εντός και εκτός της χώρας) του οφειλέτη. Στο Β έχουμε την μέτρηση, ταυτόσημη μεταξύ πιστωτών και οφειλέτη, της συνολικής οφειλής χωρίς τόκους, προσαυξήσεις, πρόστιμα, πανωτόκια κ.λ.π. Τέλος, στο Γ έχουμε το σύνολο των βεβαιωμένων οφειλών προς τους πάντες με κάθε προσαύξηση και πρόστιμο. Τρεις απλοί αριθμοί, που αφορούν και προσδιορίζονται από τον οφειλέτη: Α πόσο θα εισπράξουν οι πιστωτές άμεσα διαγράφοντας το σύνολο των οφειλών, Β πόσο διεκδικούν να εισπράξουν αφού  διαγράψουν τόκους, ποινές και προσαυξήσεις και Γ σε τι ποσό ανέρχεται η συνολική οφειλή χωρίς διαγραφές.

Στην ιστορία υπάρχει τώρα κι ένα σημείο «μπαλαντέρ» Δ, που προσδιορίζεται από την συμφωνία (στην απλή περίπτωση μεταξύ οφειλέτη και δανειστή, στη σύνθετη, από την εταιρεία διαχείρισης της οφειλής με ή χωρίς τον οφειλέτη) και συνδέεται στρατηγικά, όπως θα δούμε στην συνέχεια, με το Β.

Το σημείο Δ είναι το σημείο που ολοκληρώνεται η διαδικασία συμφωνίας. Είναι αυτό, που εγκρίνει το δικαστήριο. Είναι το ποσό που προσδιορίζεται από τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις των διαπραγματευόμενων πιστωτών και οφειλέτη.

Το αντικείμενο της στρατηγικής του οφειλέτη και του πιστωτή επικεντρώνεται στον προσδιορισμό της θέσης του σημείου Δ  στις τέσσερις διαφορετικές αλλά και διακριτές περιοχές: 1). Όταν ο οφειλέτης θεωρεί ότι το Δ είναι μικρότερο από το Α, 2). Όταν θεωρεί ότι το Δ είναι μεταξύ Α και Β, 3). Όταν θεωρεί ότι το Δ είναι μεταξύ Β και Γ και 4). Όταν θεωρεί ότι είναι μεγαλύτερο του Γ.  Στόχος, η συμφωνία μεταξύ οφειλέτη και πιστωτών (το κοινό και για τα δύο μέρη, σημείο Δ),  με ισχυρή θέση στην απόφαση, εκείνη των πιστωτών.

«Θα πτωχεύσω λοιπόν ή δεν θα πτωχεύσω» ρωτάει ο Άμλετ της πτωχευτικής διαδικασίας.

Η εύκολη απάντηση για τον οφειλέτη δίνεται στις περιοχές 1 και 4. Αν η αξία ρευστοποίησης της περιουσίας του (Α), είναι μεγαλύτερη από την αξία της προσδοκώμενης συμφωνίας (Δ)  τότε ο πιστωτής πτωχεύει, δεν διεκδικεί δεύτερη ευκαιρία και καθαρός υποχρεώσεων προς κάθε κατεύθυνση συνταξιοδοτείται ή υπό προϋποθέσεις, επανέρχεται στην οικονομική ζωή μετά από τρία χρόνια. Αν το Δ είναι μεγαλύτερο από το Γ τότε ο οφειλέτης είναι εικονικά «ρυθμισμένος» και είναι σκόπιμο να φέρει με εσωτερική συνεργασία με τους οφειλέτες το Δ όσο πλησιέστερα μπορεί στο Γ. Αν και θα μπορούσε να πλησιάσει το Β,  υπό τις σημερινές συνθήκες του τραπεζικού συστήματος και του Δημοσίου αυτό είναι μάλλον αδύνατο. Η περίπτωση αφορά αυτόν που πλήρωνε μέχρι σήμερα «έναντι», ρύθμιζε  συνεχώς  και ποτέ δεν ξεχρέωνε.

Τί γίνεται στην περίπτωση που το Δ προκύψει να βρίσκεται στην περιοχή ΑΒ (αξία ρευστοποίησης Α και οφειλές χωρίς βάρη Β) ; Εδώ έχουμε αυτό που στα οικονομικά ονομάζουμε «πρόβλημα εντολέα -εντολοδόχου». Ο οφειλέτης προσπαθεί να συμφωνηθεί ένα Δ  όσο πιο κοντά μπορεί στο Α (π.χ. η επιχείρηση – οφειλέτης δεν μπορεί να πληρώσει μέσω της λειτουργίας της πολλά περισσότερα από την αξία ρευστοποίησης) ενώ ο πιστωτής επιχειρηματολογεί ότι έχει την δυνατότητα να πλησιάσει το Β (π.χ. με νέα διοίκηση και ανάληψη ευθύνης προς αποπληρωμή των πιστωτών συμπεριλαμβανομένου και του Δημοσίου). Λύση προκύπτει ως αποτέλεσμα ενός αμοιβαίου συμβιβασμού και κάποιων κινήτρων αξιοπιστίας. Το ειδικό βάρος της λύσης το προσδιορίζει η μετάθεση της διαγραφής των οφειλών ΔΒ στον χρόνο (π.χ. οι πιστωτές κρατούν όλα τα δικαιώματα που έχουν διαγράφοντας μόνο τις προσαυξήσεις). Ουσία μεταθέτουν στον χρόνο την διαγραφή του ποσού ΔΒ έχοντας διαγράψει όμως σήμερα ΒΓ.

Τί γίνεται στην περίπτωση που το Δ βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην περιοχή ΒΓ;  Επανάληψη του ιδίου προβλήματος. Ο οφειλέτης προσπαθεί να προσδιορίσει το Δ όσο πιο κοντά γίνεται στο Β και οι πιστωτές όσο πιο κοντά στο Γ για να περιορίσουν την διαγραφή. Επειδή γνωρίζουν ότι θα εισπράξουν τουλάχιστον  το κεφάλαιο της οφειλής Β, επιδιώκουν να περιορίσουν την ζημία ΔΓ.

Αντιλαμβάνομαι ότι στο μυαλό του ενδιαφερόμενου αναγνώστη πλανάται ένα ερώτημα: Επειδή το Δ συνδέεται αποκλειστικά με την δεύτερη ευκαιρία, δηλαδή την προσπάθεια του νομικού ή του φυσικού προσώπου οφειλέτη και εγγυητή να δώσει χρόνο στην εξόφληση, φαίνεται ως να έχουμε αγνοήσει την περίπτωση αυτού που θέλει να τελειώνει ή θέλει να ζήσει συμβιβαζόμενος με ότι του έχει απομείνει (π.χ. ένα μικρό εισόδημα ή μία σύνταξη). Εδώ η απάντηση είναι και πάλι απλή. Τον συγκεκριμένο οφειλέτη δεν τον αφορά το Δ, αφού αυτό προσδιορίζεται από την συνέχεια της συμφωνίας. Το νομικό ή το φυσικό πρόσωπο απαλλάσσεται των χρεών παραχωρώντας την περιουσία του  σε όποιον οι πιστωτές θεωρούν ότι μπορεί να παράγει Δ τουλάχιστον οριακά μεγαλύτερο του Α.

Έχοντας αντιληφθεί την λειτουργία του πτωχευτικού κώδικα μπορούμε εύκολα να προχωρήσουμε στον εμβολιασμό που μας προτείνεται. Άλλωστε μόνο όφελος θα έχουμε. 

*Ο Νίκος Γ. Χαριτάκης είναι επίκουρος καθηγητής του Οικονομικού τμήματος στο Πανεπιστήμιο Αθηνών