ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αυθαιρεσίες με το δώρο Χριστουγέννων

aythairesies-me-to-doro-christoygennon-561205015

Αυξημένες σε σχέση με τις προηγούμενες χρονιές είναι οι καταγγελίες εργαζομένων για αυθαιρεσίες εργοδοτών σε σχέση με την καταβολή του δώρου Χριστουγέννων, ενώ και φέτος δεν έλειψαν οι εργοδότες που ενώ κατέθεσαν κανονικά στην τράπεζα το ποσό που αντιστοιχεί στη δική τους συμμετοχή, στη συνέχεια ζήτησαν από τους εργαζομένους τους να το επιστρέψουν σε μετρητά. 
Αντίστοιχες καταγγελίες υπάρχουν και για τα ποσά της ειδικής αποζημίωσης όσων εργαζομένων βρίσκονται σε αναστολή σύμβασης, με τον υπουργό Εργασίας Γιάννη Βρούτση να απευθύνει αυστηρή προειδοποίηση σε όσες επιχειρήσεις διαπιστωθεί ότι παρανομούν εκβιάζοντας τους εργαζομένους τους, είτε ζητώντας τους πίσω τα χρήματα είτε απαιτώντας να εργαστούν ενώ βρίσκονται σε αναστολή εργασίας. Με τον νόμο που ψηφίστηκε τη Δεύτερα, άλλωστε, προβλέπονται αυστηρές κυρώσεις για φαινόμενα εκβιασμών εργαζομένων από επιχειρήσεις, με ποινή φυλάκισης έως 6 μήνες και πρόστιμο της τάξης των 5.000 ευρώ. 

Από το βήμα της Βουλής, μάλιστα, ο κ. Βρούτσης, απαντώντας σε σχετική επίκαιρη ερώτηση του βουλευτή του ΚΙΝΑΛ και πρώην υφυπουργού Εργασίας Βασίλη Κεγκέρογλου, επεσήμανε ότι το ΣΕΠΕ είναι εδώ, συνεχίζει τους ελέγχους, δέχεται καταγγελίες ακόμα και ανώνυμες και τις εξετάζει ενδελεχώς, ώστε να μην υπάρξει η παραμικρή απόκλιση από τον νόμο. «Το υπουργείο Εργασίας δεν δέχεται καμία καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων», ανέφερε χαρακτηριστικά ο υπουργός Εργασίας.  

Σύμφωνα πάντως με τη ΓΣΕΕ, τις τελευταίες ημέρες η συνομοσπονδία γίνεται δέκτης σωρείας καταγγελιών, σύμφωνα με τις οποίες εκατοντάδες εργοδότες δεν κατέβαλαν το δώρο Χριστουγέννων. Μάλιστα, καθώς αντίστοιχες καταγγελίες υπάρχουν κάθε χρόνο, η συνομοσπονδία επισημαίνει ότι φέτος παρατηρείται αύξηση τουλάχιστον 50% των κρουσμάτων αυθαιρεσίας.  

aythairesies-me-to-doro-christoygennon0
Οι καταγγελίες που έφτασαν στη ΓΣΕΕ αφορούν επιχειρήσεις από όλη την Ελλάδα και όλους τους κλάδους. Είναι χαρακτηριστικό ότι, μέσα σε λίγες μόνον ώρες, οι καταγγελίες ξεπέρασαν τις 270.

Δεν είναι λίγες, άλλωστε, οι επιχειρήσεις και οι φορείς που τις εκπροσωπούν που όλο το προηγούμενο διάστημα επεσήμαιναν ότι εξαιτίας του παρατεταμένου lockdown και των δραματικών συνεπειών της πανδημίας COVID-19 στην ελληνική οικονομία, αδυνατούν να αντεπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους, μία εκ των οποίων είναι η καταβολή του δώρου στους εργαζομένους, ενόσω οι επιχειρήσεις είναι κλειστές ή υπολειτουργούν.  

Οι καταγγελίες πάντως που έφτασαν στη ΓΣΕΕ αφορούν επιχειρήσεις από όλη την Ελλάδα και όλους τους κλάδους. Είναι χαρακτηριστικό ότι, μέσα σε λίγες μόνον ώρες, οι καταγγελίες ξεπέρασαν τις 270. Ηταν δε όλες για μη καταβολή του δώρου από μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, όπως κομμωτήρια, εμπορικά καταστήματα, φούρνους, ανθοπωλεία, συνεργεία αυτοκινήτων και ζαχαροπλαστεία, μέχρι μεγάλες επιχειρήσεις, όπως εταιρείες καθαρισμού και σεκιούριτι, αλλά και πολυκαταστήματα. Αλλες 150 καταγγελίες αφορούν περιπτώσεις εργοδοτών που κατέβαλαν το δώρο, αλλά στη συνέχεια το ζήτησαν πίσω από τους εργαζομένους τους στο… χέρι.

«Συν-Εργασία»

Εν τω μεταξύ, από χθες το βράδυ ξεκίνησε και η καταβολή του δώρου Χριστουγέννων από το κράτος στους εργαζομένους που έχουν ενταχθεί στον μηχανισμό «Συν-Εργασία». Πρόκειται, σύμφωνα με το υπουργείο Εργασίας, για 66.071 δικαιούχους. Παράλληλα, πληρώνεται και ο μισθός Νοεμβρίου σε 27.466 εργαζομένους που συμμετείχαν τον προηγούμενο μήνα στο πρόγραμμα. Το ποσό που διατίθεται για το δώρο ανέρχεται σε 6,165 εκατ. ευρώ, ενώ άλλα 5,818 εκατ. ευρώ δίνονται για τις αμοιβές Νοεμβρίου.  

Να σημειωθεί ότι με τροπολογία που ενσωματώθηκε σε νομοσχέδιο του υπ. Υγείας, τέθηκε ως ανώτατο όριο επιδότησης μισθού μέσα στον μηχανισμό «Συν-Εργασία» οι 6.500 ευρώ. Μάλιστα, σύμφωνα με το υπουργείο, όλες οι πληρωμές (και οι χθεσινές) πραγματοποιούνται πλέον με πλαφόν το παραπάνω ποσό. Να σημειωθεί ότι το υπουργείο Εργασίας προχώρησε στην κίνηση αυτή μετά τη διαπίστωση ότι επιχειρήσεις δήλωναν για εργαζομένους μισθούς που έφταναν τις 70.000 με 80.000 ευρώ, προκειμένου το Δημόσιο να καταβάλει τη συμμετοχή του που άγγιζε τις 24.000 ευρώ.