ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πιέσεις σε κολοσσούς του Ίντερνετ μετά την εισβολή στο Καπιτώλιο

Πιέσεις σε κολοσσούς του Ίντερνετ μετά την εισβολή στο Καπιτώλιο

Κοινό μέτωπο δημιουργείται πλέον μεταξύ Ρεπουμπλικανών και Δημοκρατικών ως προς τον περιορισμό και τη χαλιναγώγηση των τεχνολογικών κολοσσών, οι οποίοι ακόμη μία φορά κατέδειξαν πόσο ευρεία είναι η επιρροή τους. Κι αυτό έγινε εξαιτίας των γεγονότων στο Καπιτώλιο, τα οποία στάθηκαν η αφορμή να κλείσουν οι λογαριασμοί του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στο Twitter και το Facebook. Οι δύο εταιρείες έλαβαν την απόφαση, ευελπιστώντας ότι δεν θα κατηγορηθούν πως έδωσαν το ελεύθερο στον πρόεδρο των ΗΠΑ να χρησιμοποιήσει τις πλατφόρμες τους για να σπείρει το μίσος, τη διχόνοια και να παραπληροφορεί τους πολίτες, όπως αναφέρουν σχετικά σε δημοσίευμά τους οι Financial Times. Tελικώς, όμως, μάλλον έδωσαν περισσότερα επιχειρήματα στους Ρεπουμπλικανούς, οι οποίοι ήδη εδώ και πολύ καιρό διαμαρτύρονται, επειδή λίγες εταιρείες ασκούν πολύ μεγάλη πολιτική επιρροή. Και πέραν του ότι είναι ελάχιστες, μπορούν και να αποφασίζουν ποιος μπορεί και ποιος όχι να έχει πρόσβαση στους ψηφοφόρους τους. Τώρα πλέον οι εκπρόσωποι αμφοτέρων των κομμάτων, που ασκούν σκληρή κριτική στην παντοδυναμία των προαναφερόμενων ομίλων, όπως και στην Amazon, την Apple και την Google, ζητούν πολύ αυστηρότερη ρύθμιση των δραστηριοτήτων τους.

Οπως επισημαίνει ο Τζαμίλ Τζάφερ, νομικός στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, «οι ενέργειες των εταιρειών τεχνολογίας την περασμένη εβδομάδα ήταν απολύτως νόμιμες, αλλά δεν παύουν να  φανερώνουν την τεράστια δύναμη που ορισμένες από αυτές πλέον έχουν ως φύλακες του Διαδικτύου». Και μπορεί οι πλατφόρμες να ήλπιζαν πως απαγορεύοντας τη λειτουργία των λογαριασμών Τραμπ ως υποκινητών πράξεων βίας, θα κερδίσουν κάποια ευνοϊκότερη αντιμετώπιση από τους Δημοκρατικούς, αλλά μάταια. Λόγου χάριν, ένας από τους γερουσιαστές των Δημοκρατικών, ο Ρίτσαρντ Μπλούμενταλ, ο οποίος τέθηκε επικεφαλής της εκστρατείας για εισαγωγή αυστηρότερων κανονισμών στις μεγάλες εταιρείες υψηλής τεχνολογίας, δήλωσε ότι η εισβολή στο Καπιτώλιο «θα κάνει το Κογκρέσο να επικεντρωθεί στη μεταρρύθμιση των προνομίων και των υποχρεώσεων των κολοσσών υψηλής τεχνολογίας».

Στο επίκεντρο τίθεται το άρθρο 230 του νόμου περί ευπρέπειας για τις επικοινωνίες του 1996, βάσει του οποίου οι διαδικτυακές πλατφόρμες δημοσιεύουν και εποπτεύουν περιεχόμενο τρίτων χωρίς να φέρουν ευθύνη απέναντι στον νόμο για όσα λέγονται από αυτούς. Καθόλου τυχαία οι τεχνολογικοί γίγαντες αποκαλούν το συγκεκριμένο άρθρο ως τις «είκοσι έξι λέξεις που δημιούργησαν το Διαδίκτυο». Με δεδομένη τη διόγκωσή τους έχουν πλέον τέτοια επιρροή στον πολιτικό λόγο που εκπέμπεται, οπότε δεν μπορούν να τυγχάνουν ασυλίας.

Χαρακτηριστικές είναι οι προτάσεις προς τον εκλεγμένο πρόεδρο Τζο Μπάιντεν από το Eργο Οικονομικών Ελευθεριών της Αμερικής, το οποίο έχει ρόλο συμβούλου προς αυτόν. Προτείνει ακόμα και διάσπαση κολοσσών, επέκταση του δικαστικού αγώνα κατά της Google για αθέμιτες πρακτικές, ώστε να καλυφθούν όλες οι δραστηριότητές της, και απόρριψη συγχωνεύσεων, όπου αναμειγνύεται ένα μεγάλος όμιλος. Πάντως, τόσο ο Τραμπ όσο και ο Τζο Μπάιντεν είχαν στο παρελθόν ζητήσει κατάργηση του επίμαχου άρθρου 230, και αρκετά μέλη του Κογκρέσου εργάζονται σε συναφή νομοσχέδια. Το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει κάποια συναίνεση ως προς τα όρια που πρέπει να τεθούν, ενώ όπως επισημαίνει η Ντάφνε Κέλερ, διευθύντρια του Προγράμματος Ρύθμισης Πλατφορμών στο Στάνφορντ, «οι Δημοκρατικοί και οι Ρεπουμπλικανοί συμφωνούν ότι θέλουν να αλλάξουν το 230, αλλά  για διαφορετικούς λόγους. Οι πρώτοι θέλουν οι πλατφόρμες να αφαιρέσουν περισσότερες δράσεις και οι δεύτεροι λιγότερες».