ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Για ένατο στη σειρά μήνα σε αρνητικό έδαφος ο πληθωρισμός

Για ένατο στη σειρά μήνα σε αρνητικό έδαφος ο πληθωρισμός

Στο χαμηλότερο σημείο του 2020 διαμορφώθηκε ο γενικός δείκτης τιμών καταναλωτή τον Δεκέμβριο, ενώ συνολικά το 2020 ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός όχι μόνο ήταν αρνητικός, αλλά βρέθηκε και στο χαμηλότερο επίπεδο από το δραματικό για την ελληνική οικονομία 2015. Σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε, χθες, η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), o γενικός δείκτης τιμών καταναλωτή διαμορφώθηκε τον Δεκέμβριο σε -2,3%, όταν καταγράφηκε αρνητικός πληθωρισμός για ένατο συνεχή μήνα.

Ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεταβολής του γενικού δείκτη τιμών καταναλωτή είχε επίσης αρνητικό πρόσημο, καθώς διαμορφώθηκε στο -1,2%, στο χαμηλότερο σημείο από το 2015, όταν είχε διαμορφωθεί σε -1,7%. Σημειώνεται, δε, ότι το 2016 ήταν η τελευταία χρονιά με αρνητικό πληθωρισμό (0,8%) για την ελληνική οικονομία.

Αν και η διαμόρφωση του γενικού δείκτη τιμών καταναλωτή στο -2,3% ήταν εν πολλοίς αναμενόμενη εξέλιξη και οφείλεται κυρίως στην κατακόρυφη πτώση της ζήτησης που προκάλεσε το δεύτερο lockdown, σε μία μάλιστα περίοδο που παραδοσιακά η ζήτηση είναι αυξημένη, δεν παύει να αποτελεί ένα ακόμη δείγμα της ύφεσης στην οποία έχει εισέλθει η ελληνική οικονομία και να προκαλεί αρκετούς προβληματισμούς για το άμεσο μέλλον.

Για την Ελλάδα, το πρόβλημα με τον αποπληθωρισμό έγκειται στην επιβάρυνση του χρέους και του κόστους εξυπηρέτησής του, που υπολογίζονται ως ποσοστά του ονομαστικού ΑΕΠ.  Πρακτικά, τα χρήματα που αποπληρώνει η Ελλάδα για το χρέος αξίζουν λιγότερο από τα χρήματα τα οποία δανειζόμαστε, ενώ επιβαρύνει και τα επιτόκια δανεισμού, αυξάνοντας στην ουσία το πραγματικό επιτόκιο αποπληρωμής.

Ο άλλος κίνδυνος που επισημαίνουν οι οικονομολόγοι είναι αυτός της λεγόμενης «παγίδας ρευστότητας». Με άλλα λόγια, οι μειωμένες τιμές δημιουργούν προσδοκίες για ακόμη μεγαλύτερη πτώση αυτών, με συνέπεια την περαιτέρω υποχώρηση της ζήτησης που έχει ως επακόλουθο να μην κυκλοφορεί, κατά το κοινώς λεγόμενον, το χρήμα.

Από τα αναλυτικά στοιχεία για την εξέλιξη του πληθωρισμού προκύπτει και μία άλλη ανησυχία: η μοναδική ομάδα αγαθών της οποίας οι τιμές αυξήθηκαν τον Δεκέμβριο ήταν αυτή των τροφίμων, έστω και κάτω της μονάδας, κατά 0,8%. Σε μία σειρά, ωστόσο, βασικών τροφίμων καταγράφονται αυξήσεις σε ετήσια βάση αρκετά πάνω από 1%, φαινόμενο που παρατηρήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους και ειδικά μετά την εμφάνιση του κορωνοϊού και στην Ελλάδα. Δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος δαπανάται για την αγορά τροφίμων –σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Λιανικών Πωλήσεων Ελλάδας (ΣΕΛΠΕ) και του Εργαστηρίου ELTRUN του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών το 49% των μηνιαίων δαπανών είναι για τρόφιμα– η διατήρηση των τιμών των προϊόντων αυτών σε υψηλά επίπεδα πυροδοτεί το φαινόμενο του «πληθωρισμού των φτωχών». Οι τιμές των νωπών λαχανικών αυξήθηκαν σε ετήσια βάση κατά 6,8%, του φρέσκου γάλακτος κατά 2,5%, των νωπών φρούτων κατά 1,6%, των τυριών κατά 1,3%, του ψωμιού-δημητριακών κατά 1,1%, των φρέσκων ψαριών κατά 5,5%, ενώ κατά 13,1% αυξήθηκαν οι τιμές στα βρώσιμα έλαια, πλην ελαιολάδου.

Από την άλλη, οι μεγαλύτερες μειώσεις τιμών σε ετήσια βάση καταγράφονται στις αεροπορικές μεταφορές (26,2%), στο φυσικό αέριο (23,7%), στο πετρέλαιο θέρμανσης (20,8%).