ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αναταράξεις στις τράπεζες της Ευρωζώνης εντός του 2021

Αναταράξεις στις τράπεζες της Ευρωζώνης εντός του 2021

Οι τράπεζες της Ευρωζώνης δεν έχουν δει ακόμη πλήρως τον αντίκτυπο της πανδημίας, καθώς οι πολιτικές που υιοθέτησαν οι κυβερνήσεις έχουν συγκαλύψει έως τώρα την έκταση της ζημίας. Στην προειδοποίηση αυτή προέβησαν χθες, εν χορώ, στελέχη της ΕΚΤ και κάλεσαν τις ευρωπαϊκές τράπεζες να επιδείξουν σύνεση σε ό,τι αφορά την επανέναρξη της χορήγησης μερισμάτων.
Μιλώντας στο πλαίσιο του όγδοου τραπεζικού φόρουμ, ο επικεφαλής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, προέβλεψε πως το βάρος από τα νέα μη εξυπηρετούμενα δάνεια που θα κληροδοτήσει η κρίση της πανδημίας στις ελληνικές τράπεζες θα ανέλθει σε 8 έως 10 δισ. ευρώ και θα είναι αναλογικά μεγαλύτερο σε σύγκριση με αυτό που θα επωμιστούν άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Ευρώπης. 

Εξέφρασε την εκτίμηση πως τράπεζες όπως οι ελληνικές, που ήδη βαρύνονται από υψηλό απόθεμα κόκκινων δανείων, θα κληθούν να σηκώσουν μεγαλύτερο βάρος στη συνέχεια. Περιγράφοντας το πρόβλημα, ανέφερε ότι παρότι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των ελληνικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων έχουν μειωθεί κατά περίπου 50 δισ. ευρώ από την κορύφωσή τους τον Μάρτιο του 2016, το ποσοστό τους παραμένει ιδιαίτερα υψηλό, στο 35,8%.

Είναι, άλλωστε, πολύ υψηλότερο από τον αντίστοιχο μέσο όρο της Ε.Ε. Προσέθεσε, πάντως, πως οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν ικανοποιητικό δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας. Προειδοποίησε, εξάλλου, πως «τα σημάδια της πανδημίας θα γίνουν περισσότερο ορατά μέσα στο 2021, καθώς «το πάγωμα στην αποπληρωμή των δανείων και τα μέτρα τόνωσης των οικονομιών απέτρεψαν ένα μαζικό κύμα πτωχεύσεων μέσα στο 2020».

Ο Κύπριος ομόλογός του, Κωνσταντίνος Ηροδότου, συμπλήρωσε πως οι επιπτώσεις της πανδημίας στο τραπεζικό σύστημα ενδέχεται να γίνουν αισθητές το επόμενο έτος, καθώς «ο αντίκτυπος σε ό,τι αφορά τα δάνεια και τον πιστωτικό κίνδυνο θα γίνει αντιληπτός το 2021». Στο πλαίσιο του ίδιου φόρουμ, ο Γκαμπριέλ Μαχλούφ, διοικητής της Τράπεζας της Ιρλανδίας και μέλος του Δ.Σ. της ΕΚΤ, τόνισε πως «η κρίση δεν έχει ακόμη παρέλθει και δεν έχουν εμφανιστεί ακόμη οι οικονομικές συνέπειές της». Προειδοποίησε, έτσι, τις ευρωπαϊκές τράπεζες ότι «θα αντιμετωπίσουν σημαντικές ζημίες και θα συμπιεστούν περαιτέρω τα έτσι κι αλλιώς περιορισμένα περιθώρια κερδοφορίας τους».

Συνέστησε στη συνέχεια στις τράπεζες να επιδείξουν «ιδιαίτερη σύνεση» σε ό,τι αφορά την έκδοση μερισμάτων και να διασφαλίσουν πως διαθέτουν αρκετά κεφάλαια ώστε να απορροφήσουν τις ζημίες. Σε ανάλογες προειδοποιήσεις προς τις τράπεζες της Ευρωζώνης προέβη και ο Λιθουανός ομόλογός του, Βίτας Βασιλιάουσκας, σε ομιλία του στο ίδιο πάνελ.

Τα σχόλια των κεντρικών τραπεζιτών προδίδουν πολύ μεγαλύτερη ανησυχία από αυτήν που έχει αφήσει να διαφανεί η πρόεδρος της  ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, όταν υποστήριξε πως το νέο έτος αρχίζει σε μια κατάσταση πολύ πιο θετική «από όσο θέλουν να βλέπουν ορισμένοι». «Το σημαντικότερο πρόβλημα που μπορεί να ανακύψει έχει σχέση με το ενδεχόμενο κύμα πτωχεύσεων», υπογράμμισε ο κ. Βασιλιάουσκας, ενώ δεν παρέλειψε να αναφερθεί στην περίπτωση της χώρας του, της Λιθουανίας, όπου οι πτωχεύσεις μειώθηκαν το περασμένο έτος κατά 50%. Προσέθεσε, ωστόσο, ότι «ενδεχομένως να περιμένουμε κάποια μεγάλη αύξηση φέτος καθώς ο κίνδυνος είναι σοβαρός».

Μιλώντας σε διαφορετικό περιβάλλον, ο επικεφαλής της Τράπεζας της Ιταλίας έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου ειδικότερα για τις τράπεζες της γειτονικής χώρας. Επικαλούμενος μελέτη που εκπόνησε η Τράπεζα της  Ιταλίας, τόνισε πως το ύψος της ζημίας κάθε τράπεζας θα εξαρτηθεί από τη σύνθεση του δανειακού της χαρτοφυλακίου. Αυτό σημαίνει ότι ο κίνδυνος για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα δεν θα προέλθει από τα μεγαλύτερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

Οπως διευκρίνισε ο ίδιος, «οι τράπεζες μικρού και μεσαίου μεγέθους ενδέχεται να δεχθούν το μεγαλύτερο πλήγμα από τις οικονομικές συνέπειες της πανδημίας και αυτό σημαίνει πως μπορεί να αντιμετωπίσουμε έναν υπερβολικά μεγάλο αριθμό ιδρυμάτων που θα έχουν προβλήματα και δεν θα μπορούμε να διαχειριστούμε μέσα στο υφιστάμενο πλαίσιο».