ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Χαμηλό το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους

Χαμηλό το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους

Τις επιπτώσεις από το τσουνάμι του δημόσιου χρέους που έχει προκαλέσει η πανδημία στις αξιολογήσεις και στη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομιών των χωρών της Ευρωζώνης συζήτησαν κορυφαία στελέχη της Fitch, σε διαδικτυακή παρουσίαση την περασμένη εβδομάδα, στο πλαίσιο του παγκόσμιου συνεδρίου για τις πιστωτικές προοπτικές του νέου έτους.

Οι αναλυτές του οίκου τόνισαν πως αυτό που παίζει ρόλο δεν είναι τα επίπεδα χρέους, αλλά η δυναμική του και κυρίως το κόστος εξυπηρέτησης, το οποίο στην Ελλάδα όπως και στις υπόλοιπες χώρες κινείται σε χαμηλά επίπεδα. Επιπλέον, στα «όπλα» της Ελλάδας ο οίκος –ο οποίος την προσεχή Παρασκευή δίνει την πρώτη του «ετυμηγορία» για την πιστοληπτική ικανότητας της χώρας μας– τοποθετεί τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, αρκεί να χρησιμοποιηθούν «σοφά», καθώς και τη συνεχή και μεγάλη στήριξη από το πρόγραμμα PEPP της ΕΚΤ.

Στη συζήτηση συμμετείχαν οι Μπράιαν Κάλτον, επικεφαλής οικονομολόγος της Fitch, o Αρνολντ Λούις, επικεφαλής υπερεθνικών αξιολογήσεων, ο Μικέλε Ναπολιτάνο, επικεφαλής κρατικών αξιολογήσεων Δυτικής Ευρώπης (συμπεριλαμβάνεται η Ελλάδα), ο Νίκολας Πενβέν, παγκόσμιος επικεφαλής διεθνών δημοσίων οικονομικών, και ο Εμερικ Πουαζό, επικεφαλής επενδύσεων του οίκου.

Οπως τονίστηκε στο συνέδριο, το παγκόσμιο χρέος των κυβερνήσεων αυξήθηκε κατά 10 τρισ. δολάρια το 2020, φτάνοντας τα 78 τρισ. δολ. και το 95% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Μέσα σε μόλις ένα χρόνο ουσιαστικά συσσωρεύτηκε χρέος που στο παρελθόν είχε χρειαστεί μία δεκαετία για να σωρευτεί. Στην Ευρωζώνη ειδικότερα, ξεπέρασε το 100% του ΑΕΠ, με 2 τρισ. δολ. να προστίθενται την περυσινή χρονιά, ένας ρυθμός αύξησης που είναι επίσης πρωτοφανής.

Αυτό το βουνό του χρέους που έχουν συγκεντρώσει οι χώρες της Ευρωζώνης, λόγω των αυξημένων χρηματοδοτικών αναγκών που έφερε η πανδημία –με τις κινήσεις τους να διευκολύνονται και από την πολιτική της ΕΚΤ και του έκτακτου προγράμματος πανδημίας PEPP–, έχει εγείρει ανησυχίες περί βιωσιμότητας. Η Fitch ωστόσο δεν φαίνεται να ανησυχεί. Οπως τόνισε, άλλοι είναι οι καθοριστικοί παράγοντες για τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους των χωρών της Ευρωζώνης, και ειδικά για τις πιο αδύναμες όπως η Ελλάδα και η Ιταλία.

Κατά τον οίκο, δεν υπάρχουν συγκεκριμένα επίπεδα χρέους για τις χώρες τα οποία θα πυροδοτούσαν κάποια αρνητική κίνηση σε ό,τι αφορά την πιστοληπτική τους αξιολόγηση. Οπως τονίστηκε, αυτό που έχει σημασία είναι η δυναμική του χρέους. Και αυτή διαμορφώνεται από την αλληλεπίδραση διαφόρων παραγόντων – ανάπτυξη του ΑΕΠ, πρωτογενές ισοζύγιο προϋπολογισμού και το επίπεδο πληρωμής τόκων σε σχέση με το ΑΕΠ, δηλαδή το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους.

Οπως σημείωσαν τα στελέχη της Fitch, o οίκος αναμένει ότι οι δημοσιονομικές πολιτικές στην περιοχή θα παραμείνουν εποικοδομητικές το 2021, καθώς θα προσαρμοστούν με τις εξελίξεις στο υγειονομικό μέτωπο και θα συνεχίσουν να εστιάζονται στη στήριξη της αγοράς εργασίας, των εισοδημάτων και των κλάδων που χτυπήθηκαν το περισσότερο από την πανδημία. Ο ρυθμός της ανάκαμψης του ΑΕΠ και τα επίπεδα των επιτοκίων σε ό,τι αφορά τις πληρωμές του δημόσιου χρέους είναι αυτά που θα καθορίσουν το εάν οι δείκτες χρέους θα υποχωρήσουν.

Η Fitch εκτιμά πως το 2021 τα ελλείμματα των κυβερνήσεων θα μειωθούν, αλλά μόνο σταδιακά και εάν υλοποιηθεί το σενάριο για οικονομική ανάκαμψη που αναμένει ο οίκος, καθώς και εάν μειωθούν σταδιακά τα προσωρινά μέτρα στήριξης των εισοδημάτων. Η πολιτική πίεση να διατηρηθεί η στήριξη στην οικονομία και στους ευάλωτους κλάδους σημαίνει πως οι δαπάνες των κυβερνήσεων θα μειωθούν μόνο σταδιακά κατά τη διάρκεια του χρόνου.

Σε ό,τι αφορά τα έσοδα, η Fitch επίσης αναμένει ότι οι κυβερνήσεις θα είναι διστακτικές στο να αυξήσουν τους φόρους, έτσι και σε αυτή την περίπτωση τα φορολογικά μέτρα ελάφρυνσης θα περιοριστούν σταδιακά. Μετά το 2021 ωστόσο, η εστίαση των Αρχών θα είναι στη στήριξη της ανάκαμψης. Η Fitch δεν αναμένει κάποια σημαντική δημοσιονομική λιτότητα στην Ευρωζώνη πριν από το 2023, και ακόμη και τότε ο ρυθμός εφαρμογής της θα είναι πολύ σταδιακός.

Ωστόσο, πολλά θα εξαρτηθούν από την εικόνα των δημοσιονομικών κανόνων, όπως τόνισαν οι αναλυτές της Fitch. Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης μπήκε στον «πάγο» το 2020, όπου συνεχίζει να είναι και φέτος, ενώ σύμφωνα με τον οίκο θα υπάρξει πολύ έντονο ντιμπέιτ στο επόμενο διάστημα για αλλαγή των αρχικών κανόνων.

Το μήνυμα από τις Βρυξέλλες είναι πως στόχος είναι να αποφευχθούν τα λάθη προηγούμενων περιόδων μετά την κρίση και να προστατευθούν και να ενισχυθούν οι αναπτυξιακές κυβερνητικές δαπάνες που στηρίζουν την οικονομία. Αυτό δείχνει πως θα υπάρξει εστίαση στους δημοσιονομικούς κανόνες που θα ισχύσουν στο εξής.

Καταλύτης για την Ελλάδα το Ταμείο Ανάκαμψης

Εδώ και χρόνια ο οίκος υποστηρίζει πως η συγκέντρωση σε επίπεδο Ευρωζώνης ορισμένων δημοσιονομικών εσόδων, έτσι ώστε να επιτραπούν «αντικυκλικές» μεταφορές κεφαλαίων, θα βοηθούσε τις χώρες να αντιμετωπίσουν ειδικά τα ασύμμετρα σοκ, που επηρεάζουν διαφορετικά τις μεμονωμένες χώρες, διατηρώντας παράλληλα έναν ορισμένο βαθμό δημοσιονομικής πειθαρχίας. Τέτοιες πρωτοβουλίες θα μπορούσαν να έχουν ευεργετικό αντίκτυπο στις αξιολογήσεις χωρών όπως η Ελλάδα με την πάροδο του χρόνου, όπως σημείωσαν οι αναλυτές της Fitch. Το Ταμείο Ανάκαμψης κινείται προς αυτή την κατεύθυνση και μπορεί να αποτελέσει καταλύτη για την αξιολόγηση των χωρών.

Οι πόροι που θα εισρεύσουν στις χώρες από αυτό το έτος θα είναι σε μορφή επιχορηγήσεων, έτσι δεν θα αποτελέσουν μέρος του επιπέδου του χρέους τους και, αν κατευθυνθούν σωστά και αποτελεσματικά, θα δώσουν μια πολύ σημαντική ώθηση στην ανάπτυξη, σύμφωνα με τον οίκο.

Ωστόσο, όπως υπογραμμίστηκε, η αναβάθμιση των αξιολογήσεων των χωρών θα εξαρτηθεί από διάφορους παράγοντες. Συγκεκριμένα, το πώς θα δαπανηθούν τα κεφάλαια καθώς και η αποτελεσματικότητά τους στην προώθηση μιας ευρείας ανάκαμψης με την πάροδο του χρόνου. Ενα σημαντικό ερώτημα, προσθέτει, είναι αν κάποιες χώρες, όπως η Ελλάδα για παράδειγμα, θα είναι σε θέση να διοχετεύσουν τα κεφάλαια αποτελεσματικά σε αρκετά σύντομο χρονικό διάστημα. Και αν αυτό θα οδηγήσει στη συνέχεια στην αύξηση των επενδύσεων και, ευρύτερα, στην οικονομική ανάπτυξη.

Αλλωστε, πρέπει να σημειώσουμε, «σήμα» για βελτίωση της πιστωτικής αξιολόγησης της Ελλάδας χάρη στο Ταμείο Ανάκαμψης έχουν στείλει και άλλοι οίκοι αξιολόγησης, τονίζοντας πως προϋπόθεση είναι να γίνει αποτελεσματική χρήση των πόρων του μέσω του προγράμματος της ελληνικής κυβέρνησης.

Ο Μάρκο Μρσνικ, επικεφαλής αναλυτής του οίκου S&P για την Ελλάδα, τόνισε πρόσφατα πως η ελληνική οικονομία θα ωφεληθεί σημαντικά από το Ταμείο Ανάκαμψης.

«Εάν χρησιμοποιηθούν αποτελεσματικά, οι πόροι θα μπορούσαν να επιταχύνουν τη διαρθρωτική αλλαγή στην οικονομία και να συμβάλουν στην ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης». Οπως πρόσθεσε, η ελληνική κυβέρνηση προχωρεί, παρά την πανδημία, με τις μεταρρυθμίσεις του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, ενώ προωθεί και τον ψηφιακό μετασχηματισμό. Οι επιτυχημένες φιλικές προς τις επιχειρήσεις μεταρρυθμίσεις θα ενισχύσουν τα μακροοικονομικά αποτελέσματα, ειδικά μέσω της αύξησης των επενδύσεων, καθώς και την ικανότητα εξυπηρέτησης του χρέους μεσοπρόθεσμα έως μακροπρόθεσμα. Τα διαθέσιμα κεφάλαια του Ταμείου θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως καταλύτης για αυτές τις μεταρρυθμίσεις, κατά τον Μρσνικ.

Εάν η απορρόφηση πόρων είναι αποτελεσματική, η Ελλάδα μπορεί να ωφεληθεί σημαντικά, έχει επισημάνει και η DBRS. Κατά τον οίκο, θα μπορούσε να προκύψει θετικός αντίκτυπος στην προοπτική ανάπτυξης και στις προοπτικές αξιολόγησης, ειδικά εάν τα κεφάλαια της Ε.Ε. κατευθυνθούν σε επενδύσεις με υψηλά πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα, όπως προτείνει το Εθνικό Ταμείο Ανάκαμψης, και συνδυαστούν με διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που αντιμετωπίζουν τις αδυναμίες της Ελλάδας.

Σημειώνεται πως μετά τη Fitch, στις 22 Ιανουαρίου, ο πρώτος κύκλος αξιολογήσεων της Ελλάδας από τους οίκους συνεχίζεται στις 19 Μαρτίου με την DBRS, στις 24 Απριλίου με την S&P και στις 21 Μαΐου με τη Moody’s. Οι δεύτεροι κύκλοι ξεκινούν το καλοκαίρι, στις 16 Ιουλίου με τη Fitch, στις 17 Σεπτεμβρίου με την DBRS, στις 22 Οκτωβρίου με την S&P και στις 19 Νοεμβρίου με τη Moody’s. Επί του παρόντος, η Fitch δίνει στην Ελλάδα την υψηλότερη αξιολόγηση (ΒΒ με σταθερές προοπτικές), δύο σκαλοπάτια μακριά από την επενδυτική βαθμίδα, ενώ οι Moody’s, S&P και DBRS τρία σκαλοπάτια. Σύμφωνα με τους αναλυτές, η Ελλάδα δεν κινδυνεύει με αρνητικές κινήσεις από τους οίκους στο επόμενο διάστημα, ενώ η Citigroup έχει προβλέψει πως η χώρα θα συνεχίσει στην τροχιά αναβαθμίσεων, την οποία δεν σταμάτησε η πανδημία.

Σημαντικό ρόλο στις αξιολογήσεις παίζει η πολιτική που ακολουθεί η ΕΚΤ 

Εκτός από τη δυναμική του χρέους, σημαντικός παράγων στις πιστοληπτικές αξιολογήσεις της Fitch είναι και θα συνεχίσει να είναι η πολιτική της ΕΚΤ, η οποία και αποτέλεσε το 2020 το πιο εντυπωσιακό γεγονός («wow moment»). 

Το πρόγραμμα PEPP έχει μειώσει σημαντικά τον κίνδυνο αναχρηματοδότησης των χωρών της Ευρωζώνης για το βραχυπρόθεσμο διάστημα, το οποίο και διευκολύνει τη δημοσιονομική «απάντηση» των κυβερνήσεων στην πανδημία, έτσι αναπόφευκτα επηρεάζει τις αξιολογήσεις.

Το περιβάλλον πολύ χαμηλών αποδόσεων και η παρατεταμένη στήριξη των προγραμμάτων ποσοτικής χαλάρωσης στηρίζουν τις κρατικές αξιολογήσεις και την πιστοληπτική ικανότητα, επειδή μειώνουν την επιβάρυνση των τόκων και αυτό είναι ιδιαιτέρως σημαντικό για τις χώρες με υψηλό χρέος όπως η Ελλάδα, η Ιταλία και η Πορτογαλία, για παράδειγμα. 

Η άποψη πάντως της Fitch είναι πως οι κίνδυνοι από το υψηλότερο χρέος περιορίζονται, αλλά δεν αντισταθμίζονται πλήρως από αυτούς τους εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους χρηματοδότησης.

O οίκος έχει επισημάνει στο παρελθόν πως η «απάντηση» της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ παρέχει στήριξη σε κρατικές αξιολογήσεις, αλλά δεν διαμορφώνει ένα κατώτατο όριο για αυτές. 

Γενικά, οι συνθήκες χρηματοδότησης έχουν υπάρξει πολύ ευνοϊκές από το 2015, αλλά αν κοιτάξει κανείς τις αξιολογήσεις της Fitch, οι «βαθμολογίες» των χωρών που υποβαθμίστηκαν το 2011-2012 έχουν ανακάμψει πολύ οριακά και μερικές από αυτές δεν έχουν ανακάμψει καθόλου (π.χ. Γαλλία, Ιταλία).

Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η Fitch εστιάζει περισσότερο στα πιστωτικά θεμελιώδη μεγέθη και υπάρχει αβεβαιότητα γύρω από το περιβάλλον των επιτοκίων και το περιβάλλον πληθωρισμού μετά το 2020, και εργάζεται με την υπόθεση ότι η ΕΚΤ θα ενεργήσει σύμφωνα με την εντολή της για σταθερότητα των τιμών με την πάροδο του χρόνου.

Οι αξιολογήσεις της είναι συνεπώς συγκρατημένες και ανθεκτικές στα σοκ επιτοκίων ή πληθωρισμού. 

Ετσι, παρά την απότομη βελτίωση των συνθηκών χρηματοδότησης, η Fitch θα εξακολουθήσει να επικεντρώνεται στη δυναμική του χρέους και στο story της ανάπτυξης στις οικονομίες της Ευρωζώνης, αντί στις συνθήκες χρηματοδότησης αποκλειστικά.