ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το ισχυρό πλεονέκτημα των ελληνικών τραπεζών

Το ισχυρό πλεονέκτημα των ελληνικών τραπεζών

Οι κυβερνήσεις του κόσμου έχουν ήδη διαθέσει πάνω από 13 τρισεκατομμύρια δολάρια (πηγή ΔΝΤ) προκειμένου να προστατεύσουν και να στηρίξουν εργαζομένους, επαγγελματίες και επιχειρήσεις από τις συνέπειες της πανδημίας. Οι κεντρικές τράπεζες, δρώντας υποστηρικτικά, ενίσχυσαν τη νομισματική σταθερότητα και τις εθνικές οικονομίες, μειώνοντας τα επιτόκια σε πολύ χαμηλά (ή και αρνητικά) επίπεδα ώστε να διευκολύνουν κατά το δυνατόν τη διαχείριση του δημοσίου και ιδιωτικού χρέους και να στηρίξουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Προσέφεραν δε άφθονη φθηνή (ή και ανέξοδη) ρευστότητα αλλά και υιοθέτησαν μορατόρια πληρωμών ώστε να αποφευχθεί, στο πλαίσιο του εφικτού, νέο κύμα μη εξυπηρετούμενων δανείων που κατατρώγουν τα διαθέσιμα κεφαλαιακά αποθέματα. Παραταύτα, η πανδημία είχε και έχει συνέπειες σε πολλούς τομείς που δεν είναι ακόμα εύκολο να ποσοτικοποιηθούν με ακρίβεια, όμως οι επιπτώσεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι ήδη εμφανείς. Ο κλονισμός από την απρόβλεπτη κρίση ήταν ισχυρός, σημαντικά εντονότερος ακόμα και από τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Είναι χαρακτηριστικό ότι το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα έσπευσε να προβεί σε προβλέψεις έναντι επισφαλών απαιτήσεων ύψους 1,15 τρισ. δολ. μέσα σε μόλις εννέα μήνες, πιο πολλά από τις προβλέψεις για το σύνολο της προηγούμενης χρονιάς (2019). Εκτιμάται ότι οι τράπεζες θα διαγράψουν απαιτήσεις ύψους από 1,5 έως και 4,7 τρισ. δολ. την πενταετία 2020 έως 2024.

Η αλήθεια είναι ότι από την καταστροφή αυτή, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα αιφνιδιάστηκε συγκριτικά λιγότερο, καθώς βρέθηκε σε θέση μάχης, ενόσω αντιμετώπιζε τα σωρευμένα βάρη του παρελθόντος. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (ΜΕΔ), απότοκο της βαθύτατης οικονομικής κρίσης της δεκαετίας του 2010, είναι σήμερα 58,7 δισ. ευρώ, σημαντικά μειωμένα (κατά 45,2%) από το ιστορικό υψηλό των 107,1 δισ. ευρώ του α΄ τριμήνου του 2016. Ολοι πλέον γνωρίζουν και αναγνωρίζουν πως οι τράπεζες βρίσκονται σε πορεία επώδυνης μεν, αλλά και δραστικής δε, αποκλιμάκωσής τους. Με την έννοια αυτή η πανδημία δεν διόγκωσε δυσανάλογα το ήδη μεγάλο αυτό πρόβλημα, αλλά δεν αποκλείεται να το επιδεινώσει ή έστω να επιβραδύνει, προσωρινά, την αντιμετώπισή του.

Παρότι παράδοξο, αποτελεί γεγονός πως η κοινή γνώμη δεν έχει συνειδητοποιήσει πλήρως το μέγεθος και την ουσία του προβλήματος. Πολλοί νομίζουν ότι ο γόρδιος δεσμός των κόκκινων δανείων αφορά αποκλειστικά τις ίδιες τις τράπεζες, τις διοικήσεις τους και κανέναν άλλον. Ωστόσο, η συσσώρευση μη εξυπηρετούμενων δανείων είναι εγγενές πρόβλημα της οικονομίας, καθώς ουσιαστικά «εξουδετερώνει» τη βασική λειτουργία των τραπεζικών ιδρυμάτων, την πιστοδοτική και ως εκ τούτου τις εμποδίζει να επιτελέσουν τον απαραίτητο αναπτυξιακό τους ρόλο. Στην πραγματικότητα η επίτευξη της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητάς τους δεν αποτελεί στόχο και εγχείρημα μόνο των διοικήσεων και μετόχων των τραπεζών αλλά οποιουδήποτε θεσμού ενδιαφέρεται για την ευημερία της οικονομίας και την αειφόρο ανάπτυξή της.

Παράλληλα, οι οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας προσθέτουν νέα βάρη, αλλά ενδεχομένως προσφέρουν και τα εφόδια για να επιταχυνθεί η αποτελεσματική αντιμετώπισή τους. Οι πάντες πλέον αντιλαμβάνονται πως η λειτουργία της οικονομίας, η επιστροφή στη βιώσιμη ανάπτυξη, η προτεραιότητα στη δημιουργία πλούτου και θέσεων εργασίας, στην αύξηση των εισοδημάτων, προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, επιτάχυνση της εξυγίανσης και ενίσχυσης των ισολογισμών των τραπεζών. Η πραγματική οικονομία χρειάζεται τράπεζες με χαμηλό μονοψήφιο ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων στο σύνολο των χορηγήσεων, ισχυρές τράπεζες που δεν θα στηρίζονται σε «τεχνητές» μορφές κεφαλαίων όπως η αναβαλλόμενη φορολογία, αλλά θα διαθέτουν επάρκεια «καθαρών» κεφαλαίων (τόσο βασικών ιδίων κεφαλαίων –CET 1– όσο και συμπληρωματικών – Tier 2) που θα επιτρέπουν τη δυναμική συμμετοχή τους στην πιστωτική επέκταση. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, έχουμε ανάγκη ισχυρές τράπεζες που θα ηγούνται της οικονομικής ανάπτυξης και δεν θα την περιορίζουν.

Για να εκπληρώσουν αποτελεσματικά την αποστολή τους αυτή, πρέπει να ενισχύσουν την κεφαλαιακή τους επάρκεια (είτε με εσωτερική δημιουργία κεφαλαίου είτε όπου χρειάζεται με αυξήσεις), να επιταχύνουν τον ρυθμό του λειτουργικού και ψηφιακού τους μετασχηματισμού, να προσαρμόσουν τάχιστα τα επιχειρηματικά τους μοντέλα και τις επιδόσεις τους στις επιταγές και ανάγκες της αγοράς αλλά και του διεθνούς ανταγωνισμού (του εγχώριου μη εξαιρουμένου), να εναρμονίσουν τα λειτουργικά τους κόστη στα νέα μεγέθη εσόδων και φυσικά να εξυγιάνουν τους οικείους ισολογισμούς, απαλλάσσοντάς τους από τα βάρη του παρελθόντος. Η ευελιξία, η ανθεκτικότητα, η εξάλειψη της γραφειοκρατίας, η ψηφιοποίηση των πάσης φύσεως λειτουργιών και η ευρεία χρήση της τεχνητής νοημοσύνης, η απλοποίηση διαδικασιών και η επιτάχυνση στη λήψη αποφάσεων και την υλοποίηση τους πρέπει να αποτελέσουν προτεραιότητα και να βρεθούν στον πύρινα της νέας στρατηγικής τους.

Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς το τραπεζικό σύστημα συνυπάρχει με την ανάληψη ευθύνης. Οι διοικήσεις των τραπεζών έχουν την ευθύνη να δώσουν έμφαση στις ανάγκες των πελατών τους και της πραγματικής οικονομίας, αναπτύσσοντας δυναμικά προϊόντα και υπηρεσίες και αξιοποιώντας παραγωγικά τη ρευστότητα που απλόχερα τούς παρέχεται, αιμοδοτώντας την επιχειρηματικότητα, τα μεγάλα έργα υποδομών, την εξωστρέφεια των ελληνικών επιχειρήσεων και τις πάσης φύσεως αναπτυξιακές επενδύσεις. Πρέπει να κοιτάξουν ψηλά και μακριά, πέρα από τις επιπτώσεις της πανδημίας και τη βαριά κληρονομιά των κόκκινων δανείων, υιοθετώντας νέους, αποδοτικότερους τρόπους λειτουργίας, ενσωματώνοντας αποτελεσματικά λύσεις που παρέχει η τεχνολογία, αξιοποιώντας νέα υπερσύγχρονα υποδείγματα διαχείρισης κινδύνων, υλοποιώντας πιστά τις πρωτοβουλίες εξυγίανσης και μετασχηματισμού που έχουν αναλάβει. Πρέπει να υιοθετήσουν εξελιγμένα πρότυπα λειτουργίας που διασφαλίζουν τη μετεξέλιξή τους σε απλοποιημένους, ευέλικτους, ανθεκτικούς οργανισμούς ακόμα και σε περιβάλλον μηδενικών επιτοκίων, περιορισμένης ή και προβληματικής ζήτησης (δηλ. από οικονομικές μονάδες μειωμένης πιστοληπτικής ικανότητας μη βιώσιμες) και μεγάλων οικονομικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών προκλήσεων.

Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα διαθέτει την περίοδο αυτή ένα ισχυρό και μοναδικό, ίσως, πλεονέκτημα. Πολύ πριν από την άνευ προηγουμένου καταστροφή που προκάλεσε η πανδημία, βίωσε τη σκληρή και βαθιά οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, που ήταν εντονότερη και σαφώς μεγαλύτερης διάρκειας. Οι ελληνικές τράπεζες έχουν αναπτύξει αντισώματα που τώρα πρόκειται να αποδειχθούν εξόχως χρήσιμα. Οι τράπεζές μας διαθέτουν στρατηγική και σχέδιο για το μέλλον, πολύτιμη εμπειρία από τη σχετικά πρόσφατη ηγετική τους παρουσία στα Βαλκάνια και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, ικανοποιητική οργανική και λειτουργική ελαστικότητα την οποία και επέδειξαν καθ’ όλη τη διάρκεια της υγειονομικής κρίσης, καταρτισμένα και ικανά στελέχη, ευρωπαϊκή στήριξη, κρατική ενθάρρυνση και υποστήριξη. Με άλλα λόγια, διαθέτουν τα αναγκαία εφόδια για να συμμετάσχουν στην επόμενη φάση. Αυτή της απαραίτητης επιτάχυνσης ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας που με βεβαιότητα θα διαδεχθεί, ήδη από φέτος, την πανδημική ύφεση.
 
* Ο κ. Ηλίας Ε. Ξηρουχάκης είναι αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ). Οι απόψεις που περιλαμβάνονται στο άρθρο αυτό είναι προσωπικές.