ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Στόχος της ΕΚΤ η διατήρηση ευνοϊκών όρων χρηματοδότησης

Στόχος της ΕΚΤ η διατήρηση ευνοϊκών όρων χρηματοδότησης

Από τη στιγμή που αποφάσισε την επέκταση του έκτακτου προγράμματος αγοράς ομολόγων, ύψους 1,85 τρισ. ευρώ, για την αντιμετώπιση του οικονομικού αντίκτυπου της πανδημίας, η ΕΚΤ τείνει να προσανατολιστεί σε μια αλλαγή στρατηγικής. Αυτό εκτιμούν αναλυτές που μίλησαν στο αμερικανικό δίκτυο CNBC, επικαλούμενοι τα χαμηλά επίπεδα πληθωρισμού και την πρόσφατη ενίσχυση του ευρώ, που υπονομεύει τις προσπάθειες της τράπεζας να επιταχύνει τον δείκτη.

Συγκλίνουν στην εκτίμηση πως ο στόχος που θα θέσει η ΕΚΤ εφεξής, και θα βρεθεί στο επίκεντρο της πολιτικής της τους επόμενους μήνες, θα είναι «η διατήρηση ευνοϊκών όρων χρηματοδότησης για όλη την περίοδο της πανδημίας». Προβλέπουν, έτσι, πως στη σημερινή συνεδρίαση της τράπεζας, το Δ.Σ. και η πρόεδρος, Κριστίν Λαγκάρντ, θα τηρήσουν στάση αναμονής και θα επιχειρήσουν να διαμηνύσουν στις αγορές ότι η ΕΚΤ οδεύει προς νέα κατεύθυνση. Θα εξετάσει παράλληλα την πρόσφατη ενίσχυση του ευρώ.

Σύμφωνα με τον Ανατόλι Ανένκοφ, κορυφαίο οικονομολόγο της Societe Generale για θέματα Ευρώπης, «αντί να στοχεύει σε πληθωρισμό 2% για τα επόμενα ένα με δύο χρόνια, η τράπεζα μπορεί να θέσει έναν πιο ρεαλιστικό στόχο, δηλαδή να διασφαλίσει ευνοϊκούς όρους χρηματοδότησης με το ελάχιστο δυνατό κόστος και παράλληλα να δώσει πολύ μεγαλύτερα χρονικά περιθώρια μέχρις ότου συγκλίνει ο πληθωρισμός προς τον στόχο». Με το σκεπτικό αυτό, ο εν λόγω αναλυτής θεωρεί βέβαιο ότι η ΕΚΤ θα διατηρήσει βραχυπρόθεσμα αμετάβλητη την πολιτική της, μολονότι οι προβλέψεις για ανάπτυξη είναι τώρα πολύ πιο απαισιόδοξες αφού αντανακλούν τα παρατεταμένα περιοριστικά μέτρα. Μερίδα παρατηρητών της αγοράς επισημαίνει πως η έμφαση στους όρους χρηματοδότησης, δηλαδή στο κατά πόσον δανείζουν οι τράπεζες την πραγματική οικονομία, αποτελεί ένα είδος τεχνάσματος ώστε να μην είναι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων.

Σύμφωνα με τον Μαρκ Γουόλ, κορυφαίο οικονομολόγο της Deutsche Bank, «η ΕΚΤ προσπαθεί να στρέψει το ενδιαφέρον της αγοράς από τις αποδόσεις στους όρους χρηματοδότησης». Ο ίδιος εκτιμά πως η τράπεζα δεν θα δώσει τόση σημασία σε μια αύξηση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων εάν έχει πειστεί ότι οι όροι χρηματοδότησης βελτιώνονται σταθερά και με προοπτική να παραμείνουν βελτιωμένοι.

Αλλοι οικονομικοί αναλυτές υπογραμμίζουν, αντιθέτως, ότι η ΕΚΤ στοχεύει με την πολιτική της στις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων, τις οποίες διατηρεί σε χαμηλά επίπεδα αγοράζοντας ομόλογα και περιορίζοντας την απόκλιση ανάμεσα στις αποδόσεις του χρέους των πλουσιότερων και ισχυρότερων χωρών μελών αφενός και αφετέρου των ασθενέστερων οικονομιών της Ευρωζώνης. Οπως τονίζει σχετικό ρεπορτάζ του Bloomberg, οι επενδυτές διερωτώνται κατά πόσον η τράπεζα έχει συγκεκριμένο στόχο για το ύψος του κόστους δανεισμού των χωρών της Ευρωζώνης.

Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων είναι, άλλωστε, καίριας σημασίας τώρα, όσον αφορά την αντιμετώπιση του οικονομικού αντίκτυπου της πανδημίας. Και αυτό καθώς παραμείνει προσιτό το κόστος με το οποίο δανείζονται οι κυβερνήσεις εφόσον επιχειρήσεις, ιδιώτες, εργαζόμενοι και νοικοκυριά εξαρτώνται πλέον από τα μέτρα των κυβερνήσεων που χρηματοδοτούνται, βέβαια, με χρέος. 

Οπως τονίζει ο Τανβίρ Σαντχού, στέλεχος της Bloomberg Intelligence, χάρη στην πολιτική της ΕΚΤ το spread ανάμεσα στο ιταλικό και το γερμανικό χρέος παραμένει σε εντυπωσιακά χαμηλά επίπεδα παρά τον κίνδυνο να καταρρεύσει η ιταλική κυβέρνηση. Σε αντίθεση, πάντως, με άλλες κεντρικές τράπεζες όπως, για παράδειγμα, η Τράπεζα της Ιαπωνίας, η ΕΚΤ δεν έχει διακηρυγμένο στόχο κάποιο επίπεδο για τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων. Δεν μπορεί να το κάνει, καθώς η ΕΚΤ πρέπει να χαράσσει πολιτική για 19 διαφορετικές χώρες, που όλες εκδίδουν το δικό τους χρέους.

Η τράπεζα έχει μειώσει τα επιτόκια του ευρώ σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, ενώ παράλληλα διοχετεύει στην αγορά τρισεκατομμύρια ευρώ αγοράζοντας ομόλογα. Στην ουσία, με τα δύο εργαλεία να χρησιμοποιούνται παράλληλα, αποτρέπει τους επενδυτές από οποιαδήποτε αντίδραση όπως μια αύξηση του κόστους δανεισμού των ασθενέστερων οικονομιών της Ευρωζώνης.