ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μπρα ντε φερ για το Ταμείο Ανάκαμψης

Μπρα ντε φερ για το Ταμείο Ανάκαμψης

Η χρησιμοποίηση των δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης, ύψους 12,7 δισ. ευρώ, για τη χρηματοδότηση ιδιωτικών επενδύσεων αναδεικνύεται σε ένα από τα δυσκολότερα πεδία της διαπραγμάτευσης για την έγκριση του ελληνικού σχεδίου ανάκαμψης, που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Οι ελληνικές προτάσεις γενικώς έτυχαν θετικής υποδοχής, καθώς θεωρήθηκαν από τις πλέον επεξεργασμένες που έχει στα χέρια της η Κομισιόν. Ωστόσο, οι προτάσεις για τη χρησιμοποίηση των δανείων για ιδιωτικές επενδύσεις ήταν μια ελληνική «καινοτομία» που θα χρειαστεί μεγάλη προσπάθεια για να περάσει τη δοκιμασία της κοινοτικής γραφειοκρατίας, όπως αναφέρουν οι πληροφορίες. 

Τηλεδιάσκεψη

Ετσι, στην πρόσφατη τηλεδιάσκεψη, οι κοινοτικοί πρότειναν στην κυβέρνηση να δοθούν μεν δάνεια σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, αλλά μόνο μέσω ευρωπαϊκών τραπεζών, όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, η EBRD ή το πρόγραμμα Invest EU (σχέδιο Γιούνκερ) και όχι και μέσω των ελληνικών τραπεζών, όπως προτείνει η κυβέρνηση. 

Η κυβερνητική πρόταση προβλέπει ότι οι επενδύσεις θα εγκρίνονται υπό την προϋπόθεση ότι θα έχει εξασφαλισθεί από τις επιχειρήσεις ένα μέρος του απαιτούμενου κεφαλαίου, τουλάχιστον 50%, από τραπεζικό δανεισμό, προκειμένου να έχουν την απαραίτητη αξιολόγησή τους από το τραπεζικό σύστημα.

Επίσης, οι κοινοτικοί έθεσαν θέμα παροχής εγγυήσεων εκ μέρους του ελληνικού Δημοσίου και υποστήριξαν ότι η χρηματοδότηση πρέπει να γίνει με μόχλευση, έτσι ώστε να χορηγηθούν μικρότερα δάνεια και να λειτουργήσουν πολλαπλασιαστικά για τις επενδύσεις. Η ελληνική διαπραγματευτική ομάδα δεν συμφωνεί με τις εγγυήσεις, καθώς αυτές συχνά καταλήγουν να επιβαρύνουν το ελληνικό Δημόσιο και οι επιχειρήσεις να μην πληρώνουν το εγγυημένο δάνειο.

Τα κριτήρια δανεισμού

Η ελληνική πλευρά θεωρεί, επίσης, εξαιρετικά σημαντικό να θέτει η ίδια τα κριτήρια δανεισμού των επιχειρήσεων, ώστε να εξυπηρετηθεί ο στόχος της εξωστρέφειας και της αλλαγής παραγωγικού μοντέλου της χώρας που επιδιώκει η κυβέρνηση. 

Η διαπραγμάτευση θα συνεχιστεί φυσικά και η ελληνική διαπραγματευτική ομάδα ευελπιστεί ότι στο τέλος η πρότασή της θα περάσει, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Μέλος της ομάδας υποστηρίζει ότι η πρόταση βασίζεται σε ισχυρά επιχειρήματα, που δύσκολα θα απορριφθούν. Αυτά είναι το μεγάλο επενδυτικό κενό που δημιούργησε στην Ελλάδα η 8ετής κρίση χρέους και το γεγονός ότι το κενό αυτό αντιπροσωπεύει κατά το μεγαλύτερο μέρος του, γύρω στο 70%, ιδιωτικές επενδύσεις.

Παράλληλα, η ελληνική πλευρά σημειώνει ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα τώρα μόλις ξεκινάει να χρηματοδοτεί επενδύσεις μετά την κρίση λόγω χρέους και δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις ανάγκες για την κάλυψη του επενδυτικού κενού από μόνο του.

Οπως αναφέρεται στο σχέδιο ανάκαμψης, το παραγωγικό κενό της οικονομίας το 2020 υπολογίζεται στο 12,3%. Το 2019 οι επενδύσεις έφτασαν το 10,1% του ΑΕΠ σε σύγκριση με το 22,2% του μέσου όρου της Ευρωζώνης. Επίσης, σημειώνεται το σημαντικά υψηλότερο κόστος δανεισμού των ελληνικών επιχειρήσεων σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης

Στο πλαίσιο της ελληνικής πρότασης, προϋποτίθεται ότι δεν θα υπολογίζεται το δάνειο αυτό στο έλλειμμα της χώρας, παρά μόνον στο χρέος. Φυσικά, στον βαθμό που θα εξοφλούνται τα δάνεια θα μειώνεται στη συνέχεια και το χρέος. Η ελληνική πλευρά θεωρεί ότι δεν θα εκληφθεί αυτή η επιβάρυνση αρνητικά από τις αγορές, δεδομένου ότι τα δάνεια θα συμβάλουν στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και στην επιτάχυνση του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας. 

Οι στόχοι

Σε ό,τι αφορά τη διαπραγμάτευση για τα 16,2 δισ. ευρώ των επιχορηγήσεων του Ταμείου, αυτή περνάει τώρα στο στάδιο του καθορισμού των λεγόμενων «στόχων και οροσήμων», των μετρήσιμων δηλαδή αποτελεσμάτων των επενδύσεων και προγραμμάτων, με βάση την επίτευξη των οποίων θα γίνονται οι εκταμιεύσεις. Παράλληλα συνεχίζονται, με προοπτική να ολοκληρωθούν σε 3-4 εβδομάδες, οι συζητήσεις για τις προτάσεις στους επιμέρους άξονες που περιλαμβάνει η ελληνική πρόταση. Επίσης, ξεκινάει η δουλειά της κοστολόγησης της κάθε πρότασης, καθώς και του καθορισμού του ποσοστού του «πράσινου» και του «ψηφιακού» μέρους της.

Η κυβέρνηση φιλοδοξούσε να υποβάλει την ολοκληρωμένη της πρόταση αρκετά πριν από τη λήξη της σχετικής προθεσμίας, στο τέλος  Απριλίου, αλλά οι διαπραγματεύσεις φαίνεται να είναι αρκετά χρονοβόρες, οπότε ίσως χρειαστεί να εξαντληθεί η προθεσμία.