ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αύξηση φόρων για πλούσιους Αμερικανούς

Αύξηση φόρων για πλούσιους Αμερικανούς

Ολοταχώς προς την εφαρμογή του προγράμματος Μπάιντεν οδεύει η εν αναμονή υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Τζάνετ Γέλεν, καθώς ετοιμάζεται να φορολογήσει σκληρά τα υψηλά εισοδήματα και τον μεγάλο πλούτο για να χρηματοδοτήσει δαπάνες σε έργα υποδομής και να δημιουργήσει δίχτυ κοινωνικής προστασίας.

Σύμφωνα με σχετικό ρεπορτάζ του Bloomberg, επικαλούμενο έγγραφο έκτασης 144 σελίδων, με το οποίο απαντά γραπτώς σε ερωτήσεις της Γερουσίας, η κ. Γέλεν καθιστά, μεταξύ άλλων, σαφές ότι η νέα κυβέρνηση δεν σκοπεύει να διαφοροποιηθεί ιδιαιτέρως από την πολιτική Τραμπ σε ό,τι αφορά τη διαμάχη της Ουάσιγκτον με το Πεκίνο. Καθιστά σαφή τη διαφωνία της με τις πρακτικές της κινεζικής ηγεσίας που προκαλούν εδώ και χρόνια τριβές ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου. 

Υπόσχεται ειδικότερα να «συνεργαστεί με τα μέλη του Κογκρέσου» για το θέμα των νοικοκυριών που έχουν ετήσια εισοδήματα κάτω των 400.000 δολαρίων και σύμφωνα με τις προεκλογικές υποσχέσεις του νέου προέδρου θα αποφύγουν την αύξηση των φόρων, καθώς δεν θα ανακληθούν στην περίπτωσή τους οι φοροαπαλλαγές του Ντόναλντ Τραμπ.

Δεν διευκρινίζει κατά πόσον θα ωφεληθούν οι πλούσιοι Αμερικανοί και όχι οι φτωχότεροι αν αρθεί το όριο στις φοροαπαλλαγές από τους πολιτειακούς και τοπικούς φόρους.  Αντέκρουσε, όμως, τις επικρίσεις των Ρεπουμπλικανών κατά του προγράμματος Μπάιντεν, πως η αύξηση των εταιρικών φόρων στο 28% από το υφιστάμενο 21%  θα υποβαθμίσει την ανταγωνιστικότητα των αμερικανικών επιχειρήσεων. Δηλώνει, εν ολίγοις, αποφασισμένη να φορολογήσει περισσότερο τους πλούσιους της Αμερικής όσο θα κατέχει η ίδια το χαρτοφυλάκιο  των Οικονομικών.

Σε ό,τι αφορά την πολιτική της ομοσπονδιακής τράπεζας των ΗΠΑ, της οποίας σημειωτέον διετέλεσε πρόεδρος επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα, η κ. Γέλεν υπογραμμίζει πως δεν προτίθεται να ασκήσει πιέσεις για να επηρεάσει το εύρος του προγράμματος αγοράς ομολόγων. Το θέμα έχει προκαλέσει έντονη ανησυχία μεταξύ οικονομολόγων και πολιτικών, δεδομένης της κλίμακας και του αντικτύπου που έχει το επίμαχο πρόγραμμα της Federal Reserve. Τονίζει, μάλιστα, ότι αντιλαμβάνεται «για ποιο λόγο είναι τόσο σημαντικό να διασφαλιστεί η παράδοση μιας ανεξάρτητης Fed που χαράζει ελεύθερα τη νομισματική της πολιτική».

Στις γραπτές απαντήσεις της η κ. Γέλεν επαναλαμβάνει παράλληλα τη δέσμευσή της να μην επιδιώξει αποδυνάμωση του δολαρίου, ενώ αποφεύγει κάθε αναφορά στην παλαιότερη πολιτική του «ισχυρού δολαρίου».

Σε ό,τι αφορά το ευαίσθητο θέμα του ρόλου που κατέχει το δολάριο ως παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, η κ. Γέλεν υπογραμμίζει πως το νόμισμα των ΗΠΑ διατηρεί αυτό το καθεστώς επειδή η υπερδύναμη έχει τη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο αλλά και τις πλέον εξελιγμένες χρηματαγορές στον κόσμο με τη μεγαλύτερη ρευστότητα. Τονίζει, έτσι, πως η νέα κυβέρνηση «δεσμεύεται να διατηρήσει μια υγιή οικονομία και την εμπιστοσύνη στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της υπερδύναμης». 

Δεν παραλείπει μια έμμεση αναφορά σε πάγιες πρακτικές της Κίνας, που έχουν και στο παρελθόν ακόμη και επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα αποτελέσει αντικείμενο τριβής ανάμεσα στο Πεκίνο και την Ουάσιγκτον. Τονίζει συγκεκριμένα ότι η νέα κυβέρνηση «θα ασκήσει αποτελεσματική πίεση σε χώρες που παρεμβαίνουν στην αγορά συναλλάγματος για να διασφαλίσουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στο διεθνές εμπόριο».

Επικαλείται, μάλιστα, ως απόδειξη των αθέμιτων πρακτικών τα εμπορικά ελλείμματα των ΗΠΑ με χώρες που παρουσιάζουν εμπορικά πλεονάσματα και δηλώνει «έντονη διαφωνία» με αυτές τις πρακτικές. Προσθέτει, πάντως, πως τα ελλείμματα των ΗΠΑ πρέπει να αποτιμηθούν  στο ευρύτερο πλαίσιο των εμπορικών σχέσεων της υπερδύναμης με την εκάστοτε χώρα.

Καθιστά, άλλωστε, σαφές ότι δεν πρόκειται να ανακληθούν οι δασμοί που επέβαλε στα κινεζικά προϊόντα η προηγούμενη κυβέρνηση. Υπογραμμίζει, αντιθέτως, ότι η νέα ηγεσία της υπερδύναμης θα παρακολουθεί και θα καταγράφει προσεκτικά κατά πόσον τηρεί η Κίνα τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εμπορικής συμφωνίας που υπέγραψε με την κυβέρνηση Τραμπ.

Προσθέτει, μάλιστα, πως η νέα κυβέρνηση θα επιστρατεύσει το οπλοστάσιό της για να αντιμετωπίσει τις «καταχρηστικές τακτικές της Κίνας» και στη στρατηγική της θα συμπεριλάβει τη συστράτευσή της με τους συμμάχους της για να αντιμετωπίσουν από κοινού τις αθέμιτες πρακτικές.

Δηλώνει τέλος ότι προτίθεται να επανεξετάσει τη στρατηγική του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών σε ό,τι αφορά την έκδοση χρέους. Δεν αναφέρεται σε αλλαγές μείζονος σημασίας, καθώς τονίζει πως υπάρχει αυξημένη ζήτηση για τους τίτλους του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών και η οποία αρκεί για να καλύψει η υπερδύναμη τις χρηματοδοτικές της ανάγκες. Σε ό,τι αφορά το ενδεχόμενο έκδοσης πολύ μακροπρόθεσμου χρέους, τονίζει πως κάτι τέτοιο απαιτεί περαιτέρω μελέτη και προσεκτικό σχεδιασμό, καθώς ενδέχεται να περιπλέξει την κατάσταση στην αγορά.