ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Αλλάζει ο νόμος για την αναβαλλόμενη φορολογία τραπεζών

Αλλάζει ο νόμος για την αναβαλλόμενη φορολογία τραπεζών

Την αλλαγή του νόμου για την αναβαλλόμενη φορολογία των τραπεζών, έτσι ώστε να αποτραπεί ο κίνδυνος κρατικοποίησής τους ενόψει ζημιών που θα προκύψουν από τις νέες τιτλοποιήσεις κόκκινων δανείων στο πλαίσιο του «Ηρακλή 2», προωθεί η κυβέρνηση. Ο νόμος θα δίνει τη δυνατότητα στις τράπεζες να εγγράψουν τη ζημία από νέες τιτλοποιήσεις χωρίς να πρέπει υποχρεωτικά το Δημόσιο να αυξήσει το ποσοστό συμμετοχής του στο μετοχικό τους κεφάλαιο, όπως προβλέπεται σήμερα.

Οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις δεν είναι άμεσα καταβεβλημένο κεφάλαιο. Πρόκειται για μια δέσμευση του ελληνικού Δημοσίου να τα καταβάλει άμεσα ή έμμεσα (με τη μη καταβολή φόρου από τις τράπεζες), αλλά υπολογίζεται στα εποπτικά κεφάλαια των τραπεζών. Η αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση προκύπτει με βάση τη ζημία που προέκυψε το 2012 λόγω του PSI και η οποία προβλέπεται να αποσβεστεί σε 30 χρόνια, καθώς και τις ζημίες που εγγράφουν οι τράπεζες λόγω τιτλοποιήσεων στο πλαίσιο της εξυγίανσης από τα κόκκινα δάνεια και οι οποίες αποσβένονται σε ορίζοντα 20ετίας. Ετσι, τα κεφάλαια των ελληνικών τραπεζών περιλαμβάνουν αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (Deferred Tax Credits – DTCs) ύψους 15,2 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 54,5% των συνολικών εποπτικών κεφαλαίων τους.

Με βάση τις διατάξεις του νόμου 4465/2017, σε περίπτωση που μια τράπεζα πραγματοποιήσει ζημίες σε μία οικονομική χρήση, οφείλει να προχωρήσει σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου υπέρ του Δημοσίου, η οποία αντιστοιχεί στο ποσοστό συμμετοχής της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης. Με τον τρόπο αυτό το Δημόσιο λαμβάνει αποζημίωση υπό τη μορφή νέων μετοχών, αυξάνοντας το ποσοστό συμμετοχής του στην τράπεζα όταν αυτή εγγράφει ζημίες.

Στο πλαίσιο των τιτλοποιήσεων που έχουν ή πρόκειται να πραγματοποιήσουν το αμέσως προσεχές διάστημα αξιοποιώντας τον μηχανισμό κρατικών εγγυήσεων «Ηρακλής», οι τράπεζες, προκειμένου να αποφύγουν την ενεργοποίηση του νόμου για την αναβαλλόμενη, προχωρούν σε μοντέλα hive down. Το μοντέλο hive down σημαίνει την απόσχιση της τραπεζικής δραστηριότητας και τη μεταφορά της ζημίας που προκύπτει από την τιτλοποίηση σε μια νέα εταιρεία, που είναι εταιρεία holding, η οποία αναλαμβάνει τη ζημία αντί της τράπεζας, που πλέον αποτελεί θυγατρική της. Ουσιαστικά επιτυγχάνεται η απομάκρυνση των μη εξυπηρετούμενων δανείων από τους ισολογισμούς των τραπεζών, οι οποίες αποφεύγουν την ενεργοποίηση του μηχανισμού της αναβαλλόμενης φορολογίας σε οριστική απαίτηση υπέρ του Δημοσίου και οι ζημίες που προκύπτουν από την τιτλοποίηση επιβαρύνουν την εταιρεία συμμετοχών (holding company). 

Το μοντέλο του hive down έχουν υιοθετήσει ήδη η Alpha Bank, η Εurobank και η Τράπεζα Πειραιώς – η Εθνική προγραμματίζει τιτλοποίηση, αλλά θα απορροφήσει τη ζημία χωρίς να προχωρήσει σε διάσπαση της τραπεζικής δραστηριότητας. Πρόκειται όμως για μια δυνατότητα που χορηγείται εφάπαξ και δεν μπορεί να επαναλαμβάνεται κάθε φορά που οι τράπεζες καταγράφουν ζημία. Προεξοφλώντας τις πρόσθετες ζημίες που θα επιφέρουν οι νέες τιτλοποιήσεις ενόψει του «Ηρακλή 2» και με δεδομένο ότι τρεις από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες έχουν αξιοποιήσει ήδη τη δυνατότητα του hive down, η κυβέρνηση αναζητεί τρόπους για την αποφυγή της «απειλής» της κρατικοποίησης.

Σύμφωνα με υπολογισμούς της ΤτΕ, το ποσοστό του DTC αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω τα προσεχή τρίμηνα, στο πλαίσιο της στρατηγικής των τραπεζών να μειώσουν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια μέσω των τιτλοποιήσεων και χωρίς μάλιστα να λαμβάνονται υπόψη οι επιπτώσεις από την πανδημία. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της κεντρικής τράπεζας, η συμμετοχή του DTC στα εποπτικά κεφάλαια των τραπεζών θα προσεγγίσει το 75%, γεγονός που, όπως επισημαίνει, επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα των ιδίων κεφαλαίων των τραπεζών.