ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Κίνα και ΗΠΑ αφήνουν πίσω τους την ύφεση που προκάλεσε η πανδημία

Κίνα και ΗΠΑ αφήνουν πίσω τους την ύφεση που προκάλεσε η πανδημία

Οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες στον κόσμο, ΗΠΑ και Κίνα, θα ανακάμψουν σύντομα από την ύφεση που προκάλεσε η πανδημία, καλύπτοντας σχεδόν όλο το χαμένο έδαφος μέχρι το 2022, οπότε και θα έχουν αφήσει πίσω τους την Ευρώπη και τις αναδυόμενες οικονομίες. Στην εκτίμηση αυτή καταλήγει το ΔΝΤ, που τονίζει παράλληλα ότι προκειμένου να σημειώσει βιώσιμη ανάπτυξη η παγκόσμια οικονομία, πρέπει πρωτίστως να αντιμετωπισθεί η πανδημία και να αναχαιτισθεί η μετάδοσή της, ενώ οι πλούσιες χώρες πρέπει να συνδράμουν τις φτωχότερες και να τις βοηθήσουν για να αποκτήσουν πρόσβαση στα εμβόλια.

Ειδικότερα το Ταμείο εκτιμά πως το 2022 η αμερικανική οικονομία και η κινεζική οικονομία θα είναι μόνον κατά 1,5% μικρότερες από αυτό που θα ήταν αν δεν είχε μεσολαβήσει η ολέθρια πανδημία. Οι υπόλοιπες ανεπτυγμένες οικονομίες θα είναι κατά μέσον όρο 2,5% μικρότερες από αυτό που θα ήσαν αν δεν είχε εμφανιστεί ο ιός. Η χειρότερη εικόνα προκύπτει, όμως, για τις αναδυόμενες πλην της Κίνας που θα έχουν συρρικνωθεί κατά 8% σε σύγκριση με τις προ της πανδημίας προβλέψεις για την ανάπτυξή τους. Οπως επισημαίνει, όμως, το Ταμείο, τα αίτια της άμεσης ανάκαμψης που αναμένεται στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου είναι απολύτως διαφορετικά.

Αφενός η Κίνα επέλεξε την τακτική που το ΔΝΤ αποκαλεί «αποτελεσματικά μέτρα ανάσχεσης του κορωνοϊού». Οι ΗΠΑ, αντιθέτως, εξακολουθούν να πασχίζουν για να ελέγξουν τη μετάδοση του κορωνοϊού, αλλά η κυβέρνηση δαπάνησε δυσθεώρητα ποσά, περισσότερα από οποιαδήποτε άλλη χώρα, σε μέτρα στήριξης της αμερικανικής οικονομίας. Ως εκ τούτου, το ΔΝΤ εγκωμιάζει την αποφασιστικότητα με την οποία διοχέτευσε η Ουάσιγκτον την απαιτούμενη στήριξη στην αμερικανική οικονομία.

Ακόμη και πριν από τη δέσμη μέτρων ύψους 1,9 τρισ. δολαρίων που πρότεινε ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ, το Ταμείο είχε επισημάνει ότι η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο αντιμετώπισε πιο επιτυχώς τον οικονομικό αντίκτυπο της πανδημίας σε σύγκριση με την Ευρωζώνη, αφενός, επειδή οι ευρωπαϊκές χώρες επέβαλαν πιο δραστικά περιοριστικά μέτρα για να ανακόψουν τη μετάδοση της πανδημίας και αφετέρου, επειδή οι ευρωπαϊκές οικονομίες είναι λιγότερο ευέλικτες και προσαρμοστικές σε τέτοια ακραία μέτρα όπως η αναστολή της οικονομικής δραστηριότητας.

Γενικότερα, πάντως, οι εκτιμήσεις του ΔΝΤ είναι πιο αισιόδοξες για όσες χώρες έχουν μεγαλύτερη πρόσβαση στα εμβόλια και είναι πιο πρόθυμες να δαπανήσουν περισσότερα κεφάλαια σε μέτρα τόνωσης των οικονομιών τους. Οπως τονίζει η κορυφαία οικονομολόγος του Ταμείου, Γκίτα Κοπίνατ, πολλά θα κριθούν εφεξής από την έκβαση του αγώνα κατά των μεταλλάξεων του κορωνοϊού με σκοπό το τέλος της πανδημίας αλλά και από τις πολιτικές που θα εφαρμόσουν κυβερνήσεις για τη στήριξη των οικονομιών τους μέχρις ότου επέλθει αυτό το τέλος.

Το τελικό συμπέρασμα του Ταμείου είναι, πάντως, πως σε αυτήν τη μάχη ανάμεσα στον ιό και στην ανθρωπότητα, νικήτρια τελικά θα είναι η ανθρωπότητα. Επαναλαμβάνει, άλλωστε, πως τα καλύτερα οικονομικά αποτελέσματα θα έχουν όσες χώρες αποφασίσουν να δαπανήσουν όσα  χρειάζεται για να στηρίξουν τις οικονομίες τους αφήνοντας για αργότερα, ίσως για πολύ αργότερα, κάθε μέριμνα για τον πληθωρισμό ή οποιεσδήποτε συνέπειες των υπερβολικών μέτρων στήριξης. Δεν λείπουν, πάντως, οι δυσοίωνες εκτιμήσεις από την έκθεση του Ταμείου.

Μεταξύ άλλων, προβλέπει πως στη διάρκεια της διετίας 2020-2021 περίπου 90 εκατ. άνθρωποι θα διολισθήσουν στα όρια της φτώχειας. 

Παράλληλα, η ανεργία θα παραμείνει σε επίπεδα σαφώς υψηλότερα σε σύγκριση με τα προ της πανδημίας επίπεδα,  για αυτό και είναι ελάχιστες οι πιθανότητες να επιταχυνθεί ο πληθωρισμός. Το Ταμείο πιθανολογεί πως ο πληθωρισμός στις ανεπτυγμένες οικονομίες θα κινηθεί γύρω στο 1,5%.