ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Δύο ρεκόρ κατέρριψε το νέο 10ετές ομόλογο

Δύο ρεκόρ κατέρριψε το νέο 10ετές ομόλογο

Κατά 3,5 δισ. ευρώ ενισχύθηκαν τα ταμειακά διαθέσιμα του ελληνικού Δημόσιου με την έκδοση του νέου 10ετούς ομολόγου χθες, με την Ελλάδα να «σπάει» μάλιστα παράλληλα δύο ρεκόρ: αυτό του μεγαλύτερου στην ιστορία βιβλίου προσφορών για ελληνικό κρατικό τίτλο, καθώς και του νέου ιστορικού χαμηλού που σημείωσε το κόστος δανεισμού. Πλέον το «οπλοστάσιο» της χώρας αυξάνεται στα 36,7 δισ. ευρώ περίπου, στέλνοντας ένα ισχυρό σήμα στις αγορές ότι δεν αντιμετωπίζει το παραμικρό πρόβλημα ρευστότητας και χρηματοδότησης.

Πιο αναλυτικά, το σύνολο των προσφορών που κατατέθηκαν για το 10ετές από περισσότερους από 300 επενδυτές, ξεπέρασε τα 29 δισ. ευρώ (καταρρίπτοντας το ρεκόρ του 2010 και των 25 δισ. κατά την έκδοση 5ετούς τίτλου), με την Ελλάδα να αντλεί 3,5 δισ. ευρώ. Η συντριπτική πλειοψηφία των αγοραστών ήταν ξένα χαρτοφυλάκια και θεσμικοί επενδυτές.  

Το τελικό επιτόκιο (απόδοση) διαμορφώθηκε στο 0,807% (100 μονάδες βάσης συν το mid swap) από το αρχικό των 110 μ.β. (συν mid swap), και το κουπόνι στο 0,75%. Σημειώνεται πως στην επανέκδοση του 10ετούς πέρυσι τον Σεπτέμβριο το επιτόκιο ήταν στο 1,187%. Χρειάστηκε να περάσουν λιγότερο από τρεις ώρες για να ολοκληρωθεί η διαδικασία της έκδοσης, αφού στην πρώτη ώρα είχαν συγκεντρωθεί 20 δισ. ευρώ προσφορών. «Είναι η πέμπτη φορά μετά το ξέσπασμα της πανδημίας, που η χώρα αντλεί με επιτυχία πόρους από τις αγορές. Και το έπραξε με νέο ιστορικό χαμηλό ως προς το κόστος δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου, ανεξαρτήτως διάρκειας», όπως σημείωσε ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας.

Το timing και η διάρκεια της έκδοσης δεν ήταν τυχαία. Ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους εδώ και καιρό είχε αποφασίσει την έκδοση 10ετίας, που αποτελεί «ορόσημο» για το ντεμπούτο του έτους, και περίμενε να μειωθεί ο συνωστισμός εκδόσεων από μεγάλες χώρες, ο οποίος χαρακτήρισε το μεγαλύτερο μέρος του Ιανουαρίου, να ζυγίσει τον αντίκτυπο των πολιτικών εξελίξεων στην Ιταλία και να «βγει» μετά τη διπλή έκδοση της Ε.Ε. που έγινε την Τρίτη, ώστε να απορροφήσει και μέρος της ζήτησης που έμεινε «έξω». 

Οι επενδυτές παραμένουν διψασμένοι για αποδόσεις, σε ένα περιβάλλον «γεμάτο» αρνητικά επιτόκια, και τα ελληνικά ομόλογα προσφέρουν την ελκυστικότερη επιλογή στην περιοχή, ενώ η ισχυρή στήριξη της ΕΚΤ μέσω του PEPP «διασφαλίζει» περαιτέρω επενδυτικές ευκαιρίες στους ελληνικούς τίτλους για μεγάλο διάστημα. Η κεντρική τράπεζα έχει αγοράσει περίπου 19 δισ. ευρώ ελληνικά ομόλογα (από τον Μάρτιο του 2020) και μπορεί να αγοράσει έως και 18 δισ. ευρώ περαιτέρω μέχρι το α΄ τρίμηνο του 2023 όταν λήγει το πρόγραμμα. Τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα αλλά και η αναπτυξιακή δυναμική που αναμένεται να δώσουν οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης, αποτελούν άλλα δύο σημαντικά «όπλα» των ελληνικών ομολόγων που «μαγνητίζουν» τους επενδυτές.

«Το μέγεθος της έκδοσης του βιβλίου προσφορών και το επίπεδο της απόδοσης  δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση: τα ελληνικά ομόλογα επιστρέφουν στο γκρουπ της επενδυτικής βαθμίδας, τουλάχιστον όσον αφορά τα τεχνικά στοιχεία της προσφοράς», σημειώνει στην «Κ» ο Αντουάν Μπουβέ, στρατηγικός αναλυτής της ING. Η ελληνική έκδοση μπορεί να επωφελήθηκε και από την πολιτική αβεβαιότητα στην Ιταλία, αλλά ουσιαστικά η ισχυρή δημοσιονομική και νομισματική στήριξη είναι αυτά που κρατούν «ζεστούς» τους επενδυτές, όπως προσθέτει.