ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Πράσινες» επενδυτικές ευκαιρίες 50 τρισ. δολ.

«Πράσινες» επενδυτικές ευκαιρίες 50 τρισ. δολ.

Κέρδη ύψους πολλών τρισεκατομμυρίων δολαρίων μπορούν να αντλήσουν  οι επενδυτές χρηματοδοτώντας τη στροφή της παγκόσμιας οικονομίας από τα ορυκτά καύσιμα στην «πράσινη» ενέργεια. Το συμπέρασμα αναδύεται από συζήτηση που είναι σε εξέλιξη στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, καθώς η μετάβαση στην «πράσινη» οικονομία αποτελεί κεντρικό θέμα στις φετινές συζητήσεις. Οπως αναφέρει σχετικό ρεπορτάζ της Deutsche Welle, οι συζητήσεις ολόκληρης ημέρας του Φόρουμ, που φέτος διεξάγεται ψηφιακά λόγω της πανδημίας,  επικεντρώθηκαν στο θέμα της κλιματικής αλλαγής και στο πώς θα επιτευχθεί η αναδιάρθρωση μιας παγκόσμιας οικονομίας που ώς τώρα βασίζεται στην κατανάλωση των ορυκτών καυσίμων. Το θέμα συζητήθηκε σε πολλά πάνελ με πολιτικούς και επιχειρηματίες να υπογραμμίζουν το τεράστιο οικονομικό δυναμικό που φέρει μαζί της η μετάβαση στην «πράσινη» οικονομία. Κατά γενική ομολογία, όμως, η πρόκληση σε αυτήν τη μετάβαση είναι πώς θα διοχετευθούν οι επενδύσεις εκεί όπου χρειάζονται περισσότερο.

Μιλώντας σε πάνελ με θέμα τη χρηματοδότηση της μετάβασης σε μια κοινωνία με μηδενικό αποτύπωμα άνθρακα, ο Μπιλ Γουίντες, διευθύνων σύμβουλος της Standard Chartered της Βρετανίας, εξέφρασε την εκτίμηση πως η μετάβαση σε μια οικονομία φιλική προς το περιβάλλον αντιπροσωπεύει μια επενδυτική ευκαιρία ύψους 50 τρισ. δολαρίων. «Είναι ενδιαφέρουσα υπόθεση» τόνισε και προσέθεσε πως αυτό αφορά «και τους δύο λόγους, τόσο γιατί θα είναι καλό για την κοινωνία όσο και γιατί θα αποφέρει σημαντικές αποδόσεις στους επενδυτές».

Η Αν Κερνς, συνδιευθύντρια της Mastercard, τόνισε πως «οι επιχειρήσεις συνειδητοποιούν πως δεν μπορεί κανείς να επιτύχει σε έναν κόσμο που καταρρέει». Προσέθεσε πως «υπάρχουν πιέσεις από όλες τις πλευρές για στροφή σε βιώσιμες επενδύσεις και προέρχονται τόσο από τους επενδυτές όσο και από τους καταναλωτές». Επιπλέον, η Μέιρεντ Μακ Γκίνες, επίτροπος της Ε.Ε. για θέματα Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών, δήλωσε βέβαιη πως η αυξανόμενη ευαισθητοποίηση των επενδυτών στα θέματα του κλίματος και του περιβάλλοντος θα επηρεάσει τη στρατηγική των επενδύσεων. Η ίδια τόνισε πως «ώς τώρα ήταν τεράστια τα ποσά που επενδύονται στην “καφέ” τεχνολογία», αναφερόμενη στις ρυπογόνες τεχνολογίες που χρησιμοποιούν ορυκτά καύσιμα όπως το πετρέλαιο και το  φυσικό αέριο. Παράλληλα, ο Κρίστιαν Μούμενταλερ, διευθύνων σύμβουλος της ελβετικής αντασφαλιστικής Swiss Re, υπογράμμισε πως οι αμερικανικές επιχειρήσεις αρχίζουν να απομακρύνονται από τον «καπιταλισμό των μετόχων», τη συλλογιστική δηλαδή ότι αποκλειστικός στόχος της επιχείρησης είναι να προσφέρει κέρδη στους μετόχους της, ενώ αυτό συμβαίνει ήδη στην Ευρώπη εδώ και κάποιο χρονικό διάστημα. Οπως διευκρίνισε, αλλάζει η στάση της κοινής γνώμης και είναι σημαντικό ότι μεγάλοι θεσμικοί επενδυτές είναι τα συνταξιοδοτικά ταμεία «που υφίστανται πιέσεις και με τη σειρά τους ασκούν πιέσεις στις επιχειρήσεις».

Οπως, όμως, τονίζει η γερμανική εφημερίδα, για να υπάρξουν αποδόσεις από τις επενδύσεις στην «πράσινη» οικονομία πρέπει πρώτα να αρχίσουν κάποιοι να πληρώνουν. Μεταξύ άλλων, συζητήθηκε έτσι και το θέμα του πώς θα κινητοποιηθούν τα απαιτούμενα κεφάλαια για τη μετάβαση. Η Ινγκερ Αντερσεν, διευθυντικό στέλεχος του προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον (UNEP), τόνισε πως «εδώ πρόκειται περί υπαρξιακής απειλής και χωρίς χρηματοδότηση και υποστήριξη δεν θα πάμε πουθενά». Την επιτακτική ανάγκη ανεύρεσης των απαιτούμενων κεφαλαίων υπογράμμισε και ο Φίλιπ Χίλντεμπραντ, αντιπρόεδρος της BlackRock, που είναι από τις μεγαλύτερες επενδυτικές του κόσμου. Ο ίδιος χαρακτήρισε «κλειδί» για τη λύση του προβλήματος «την προθυμία να δαπανηθεί δημόσιο χρήμα προκειμένου να προσελκύσει και ιδιωτικά κεφάλαια». Για αυτό και απηύθυνε έκκληση στους ιθύνοντες που χαράσσουν πολιτική να υιοθετήσουν πολιτικές που θα δίνουν κίνητρα ώστε να προσελκύσουν ιδιωτικά κεφάλαια.