ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

To 40% των ελληνικών ομολόγων θα κατέχει η ΕΚΤ στα τέλη 2021

To 40% των ελληνικών ομολόγων θα κατέχει η ΕΚΤ στα τέλη 2021

Οι δύο μεγάλοι αγοραστές των ελληνικών ομολόγων, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι ευρωπαϊκές τράπεζες, αναμένεται και το 2021 να διατηρήσουν χαμηλά τα ελληνικά spreads ή και να τα οδηγήσουν ακόμη χαμηλότερα, όπως σημειώνει η Bank of America. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της, στα τέλη του 2021 η ΕΚΤ θα κατέχει το 40% των ελληνικών ομολόγων σε κυκλοφορία, από 25% στα τέλη του 2020. Η κεντρική τράπεζα, με τις αγορές τίτλων στις οποίες προχωράει μέσω του έκτακτου προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης PEPP, υπερκαλύπτει την εκδοτική δραστηριότητα του ελληνικού Δημοσίου διασφαλίζοντας τη διατήρηση των χαμηλών αποδόσεων, ενώ το γεγονός ότι ελληνικά κρατικά ομόλογα είναι αποδεκτά ως εγγύηση στις χρηματοδοτικές πράξεις της ΕΚΤ τα καθιστά ελκυστικά για τις ευρωπαϊκές τράπεζες και ιδίως τις ελληνικές.

Η Bank of America επισημαίνει πως η πορεία των ελληνικών spreads φέτος, όπως και της υπόλοιπης περιφέρειας της Ευρωζώνης, αναμένεται να μοιάζει πολύ με αυτήν του δεύτερου εξαμήνου του 2020 και έτσι θα παραμείνουν σε χαμηλά επίπεδα ή και θα συρρικνωθούν περαιτέρω, παρά την πιο αργή από την αναμενόμενη ανάκαμψη της οικονομίας, χάρη στη μεγάλη στήριξη της ΕΚΤ. Οι αγορές της ΕΚΤ έχουν τη δυνατότητα να υπερκαλύψουν την προσφορά των ελληνικών ομολόγων, όπως τονίζει. Συγκεκριμένα, η κεντρική τράπεζα θα μπορούσε να αγοράσει εγχώριους τίτλους ύψους 17 δισ. ευρώ φέτος, εάν χρησιμοποιήσει τα 900 δισ. ευρώ του προγράμματος PEPP, με το υπόλοιπο των 190 δισ. ευρώ να χρησιμοποιείται το α΄ τρίμηνο του 2022, οπότε λήγει το πρόγραμμα (έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί 760 δισ. ευρώ περίπου το 2020 από το σύνολο του 1,85 τρισ. ευρώ του προγράμματος). Εάν ωστόσο η ΕΚΤ διατηρήσει τον αργό ρυθμό των αγορών τίτλων που κατεγράφη τον Ιανουάριο και δεν κάνει πλήρη χρήση του φακέλου PEPP, εκτιμάται πως θα αγοράσει ελληνικά ομόλογα ύψους 14 δισ. ευρώ.

Και στα δύο αυτά σενάρια, η ΕΚΤ υπερκαλύπτει την ελληνική εκδοτική δραστηριότητα φέτος, καθώς ο ΟΔΔΗΧ έχει ήδη ανακοινώσει πως σχεδιάζει να αντλήσει 8-12 δισ. ευρώ από τις αγορές, επισημαίνει η Bank of America. Αυτό παρέχει σημαντική ευελιξία στην Ελλάδα σχετικά με τα ποσά του χρέους του επίσημου τομέα που μπορεί να αποπληρώσει πρόωρα, καθώς και τα ταμειακά διαθέσιμα που μπορεί να χρησιμοποιήσει. Το «μαξιλάρι» ρευστότητας στα τέλη του 2020 έφτανε τα 31 δισ. ευρώ και επαρκεί για να καλυφθούν οι δανειακές ανάγκες της Ελλάδας για περισσότερο από δύο χρόνια, ενώ υπάρχει σχεδιασμός να χρησιμοποιηθούν τα 6-9 δισ. ευρώ από αυτά τα ταμειακά διαθέσιμα το 2021. Παράλληλα, αναφέρει η τράπεζα, ο ΟΔΔΗΧ σχεδιάζει επίσης τη μείωση ύψους 1,8 δισ. ευρώ στα έντοκα, τα οποία θα ανέλθουν στα 10 δισ. ευρώ, το χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων οκτώ ετών.

Εκτός από την ΕΚΤ, ισχυρός σύμμαχος των ελληνικών ομολόγων είναι η ζήτηση των τραπεζών. Με τα ελληνικά ομόλογα να είναι επιλέξιμα ως εγγύηση για τις πράξεις της ΕΚΤ, έχουν γίνει πλέον ελκυστικά για τις ευρωπαϊκές τράπεζες. Ειδικά σε ό,τι αφορά τις ελληνικές τράπεζες, με το περιθώριο δανεισμού τους μέσω του προγράμματος παροχής φθηνής μακροπρόθεσμης ρευστότητας –TLTRO– να έχει αυξηθεί στα 59 δισ. ευρώ, έχουν «χώρο» επιπλέον 18 δισ. ευρώ δανεισμού σε σχέση με τα 41 δισ. ευρώ που είχαν λάβει έως την 1η Ιανουαρίου. Ετσι, σε περίπτωση που, για παράδειγμα, υπάρξει κάποιο sell-off στα 2ετή ελληνικά ομόλογα, θα υπάρξει σημαντική ζήτηση γι’ αυτούς τους τίτλους από τις ελληνικές τράπεζες. Σύμφωνα με τους όρους του TLTRO, υπενθυμίζει η BofA, οι τράπεζες μπορούν να επωφεληθούν από ένα επιτόκιο που φθάνει το -1% έως τον Ιούνιο του 2022. Αν και για τις ευρωπαϊκές τράπεζες είναι πιο δύσκολο πλέον να «πετύχουν» αυτό το χαμηλό επιτόκιο, σε σύγκριση με το διάστημα Ιουνίου 2020 – Ιουνίου 2021, οι ελληνικές τράπεζες είναι καλύτερα τοποθετημένες για να εκμεταλλευθούν αυτό το παράθυρο ευκαιρίας μεταξύ του Ιουνίου του 2021 και του Ιουνίου του 2022.