ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η ελληνική οικονομία θα αντέξει και μετά το τέλος των μέτρων της ΕΚΤ

Η ελληνική οικονομία θα αντέξει και μετά το τέλος των μέτρων της ΕΚΤ

Μπορεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους «συμμάχους» της Ελλάδας σε αυτήν την κρίση, ωστόσο το τέλος του προγράμματος PEPP δεν αναμένεται να θέσει κινδύνους για τη χώρα και τα ελληνικά ομόλογα, καθώς έως τότε θα έχει βελτιωθεί περαιτέρω η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών.

Παράλληλα, αν και η πανδημία «φουσκώνει» τον λογαριασμό των NPEs των ελληνικών τραπεζών, ο σχετικός δείκτης αναμένεται να μειωθεί και φέτος χάρη στις τιτλοποιήσεις, με τις προκλήσεις πάντως για τον κλάδο να παραμένουν σημαντικές. Αναμένεται, επίσης, νέα έξοδος στις αγορές από τις τράπεζες το 2021, με τίτλους Tier 2, αλλά και αύξηση της εκδοτικής δραστηριότητας και των ελληνικών επιχειρήσεων. 

Αυτά επισήμαναν σε συνέντευξή τους στην «Κ» τα στελέχη του οίκου αξιολόγησης Fitch Αλεξ Μουσκατέλι, επικεφαλής αναλυτής για την Ελλάδα, Πάου Λάμπρο, επικεφαλής για τις ελληνικές τράπεζες, και Αλεξ Γκρίφιθς, επικεφαλής εταιρικών αξιολογήσεων.

– Κύριε Μουσκατέλι, η Fitch εκτιμά πως το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας θα αρχίσει να ανακάμπτει έντονα από το β΄ τρίμηνο. Οι καθυστερήσεις στον εμβολιασμό και η παράταση του lockdown θέτουν κινδύνους σε αυτή την πρόβλεψη; Πότε αναμένεται πλήρης ανάκαμψη του τουρισμού;
– Οι καθυστερήσεις στην εκστρατεία εμβολιασμού, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στους κύριους εμπορικούς εταίρους της, θα επιβραδύνουν την ανάκαμψη στον τουριστικό κλάδο. Αυτός είναι ένας βασικός κίνδυνος για την οικονομική ανάκαμψη στο εγγύς μέλλον. Είδαμε το 2020 πως η πολύ περιορισμένη τουριστική περίοδος σημαίνει ότι η οικονομική δραστηριότητα δεν ανέκαμψε το τρίτο τρίμηνο του έτους, όπως και σε άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Οι αναλυτές της Fitch που παρακολουθούν τον εταιρικό κλάδο εκτιμούν ότι θα χρειαστεί χρόνος ακόμη για την ανάκαμψη του τουρισμού και ότι τα επίπεδα πληρότητας στην Ευρώπη, και άρα και στην Ελλάδα, το 2023 θα εξακολουθούν να είναι λίγο χαμηλότερα από το 2019 (κατά περίπου 8%). Ενας άλλος πιο μεσοπρόθεσμος κίνδυνος είναι το αργό ποσοστό απορρόφησης των κεφαλαίων από το Ταμείο Ανάκαμψης της Ε.Ε.

– Το πρόγραμμα PEPP της ΕΚΤ έχει προσφέρει σημαντική στήριξη στην Ελλάδα. Υπάρχει κίνδυνος για τη χώρα όταν το πρόγραμμα λήξει; Θα μπορέσει να έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα έως τότε;
– Η ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο PEPP αποτελεί μια σημαντική επιπλέον πηγή ευελιξίας χρηματοδότησης. Με βάση την κλείδα κεφαλαίου (capital key) της Ελλάδας στην ΕΚΤ, συνολικά η κεντρική τράπεζα μπορεί να αγοράσει έως 37 δισ. ευρώ ελληνικούς τίτλους στη δευτερογενή αγορά, και τα στοιχεία της ΕΚΤ υποδηλώνουν ότι μόνο το ήμισυ περίπου αυτού του ποσού έχει χρησιμοποιηθεί. Ενδέχεται να υπάρχουν ορισμένοι κίνδυνοι στο κόστος χρηματοδότησης κατά τη λήξη του προγράμματος, αλλά πρέπει να θυμόμαστε ότι ενώ οι καθαρές αγορές ενδέχεται να λήξουν στις αρχές του επόμενου έτους, η ΕΚΤ έχει δηλώσει ότι τα κεφάλαια από τα ομόλογα που λήγουν θα επανεπενδυθούν έως τουλάχιστον το τέλος του 2023. Υπάρχει λοιπόν ένας μικρός κίνδυνος απότομου τερματισμού των αγορών της ΕΚΤ. Οι προβλέψεις μας υποδηλώνουν ότι έως το 2022 ή το 2023 ο ελληνικός προϋπολογισμός θα πλησιάζει σε ένα πρωτογενές ισοζύγιο και αυτό θα παρέχει περαιτέρω εμπιστοσύνη στη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών.

Η απάντηση στο εάν η Ελλάδα θα έχει καταφέρει να ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα έως τότε δεν είναι απλή. Η αξιολόγηση της Ελλάδας από τη Fitch είναι με σταθερές προοπτικές, που σημαίνει ότι πιστεύουμε πως είναι πιθανό ότι η βαθμολογία δεν θα αλλάξει σε ορίζοντα 1 έως 2 ετών. Ωστόσο, εάν ο δείκτης του δημόσιου χρέους επιστρέψει σε σταθερή πτωτική πορεία μετά το σοκ του κορωνοϊού, ιδίως μέσω της βελτιωμένης δυναμικής της οικονομικής ανάπτυξης και της δημοσιονομικής εξυγίανσης, αυτά μπορεί να προκαλέσουν μια θετική αλλαγή στις προοπτικές ή στην αξιολόγηση.

Αξίζει να σημειώσουμε πως, όπως εξήγησε στην «Κ» ο κ. Μουσκατέλι, παρόλο που το επίπεδο του ελληνικού χρέους θα παραμείνει σε πολύ υψηλά επίπεδα για παρατεταμένη περίοδο, δεν υπάρχουν ανησυχίες για τη βιωσιμότητά του.

Ο Πάου Λάμπρο, επικεφαλής της Fitch για τις ελληνικές τράπεζες, εξήγησε στην «Κ» πως το μεγάλο ζήτημα για τις ελληνικές τράπεζες είναι η διαχείριση των νέων κόκκινων δανείων που θα προκύψουν από τη λήξη των moratoria. Oπως τόνισε, κάτι που επεσήμανε και στο πρόσφατο συνέδριο του οίκου, η χρήση των moratoria και η ευελιξία των εποπτικών αρχών περιόρισαν την επιδείνωση της ποιότητας του ενεργητικού το 2020, ενώ τα μέτρα στήριξης της κυβέρνησης, όπως το «Γέφυρα», βοήθησαν στη στήριξη της οικονομικής θέσης των δανειοληπτών. Η λήξη όμως των μορατόριουμ στις αρχές του 2021, τα οποία αποτελούν το 12% των συνολικών δανείων, θα οδηγήσει σε αύξηση των επισφαλών δανείων. Ετσι, από το 36% το 2020, ο δείκτης ΝPEs θα μειωθεί στο 30% φέτος, εάν και εφόσον προχωρήσουν οι προγραμματισμένες τιτλοποιήσεις ύψους 25 δισ. ευρώ.

– Εκτός από τα NPEs, κ. Λάμπρο, ποιες είναι οι προκλήσεις με τις οποίες είναι αντιμέτωπες οι ελληνικές τράπεζες;
– Οι τρέχουσες αξιολογήσεις της Fitch αντικατοπτρίζουν την ήδη αδύναμη θέση των ελληνικών τραπεζών να αντιμετωπίσουν τις τρεις μεγάλες προκλήσεις-κινδύνους που δημιουργεί η πανδημία: την ποιότητα του ενεργητικού, την κεφαλαιοποίηση και την κερδοφορία.

Eτσι, πέραν των προκλήσεων στο μέτωπο των NPLs, η κεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών παραμένει ευάλωτη σε κραδασμούς στην ποιότητα του ενεργητικού, παρόλο που οι τιτλοποιήσεις, εάν εκτελεστούν επιτυχώς, θα μειώσουν σημαντικά την επιβάρυνση στα κεφάλαια από τα NPLs. Οι τιτλοποιήσεις θα οδηγήσουν ωστόσο και σε σημαντικές εφάπαξ απώλειες για τις τράπεζες, επηρεάζοντας τα αποθέματα κεφαλαίων, τα οποία θα επηρεαστούν επίσης και από το ρυθμιστικό περιβάλλον (σταδιακή εφαρμογή ΔΠΧΑ 9). Πάντως, αναμένεται να εκδώσουν χρέος μειωμένης εξασφάλισης, εάν οι συνθήκες της αγοράς είναι ευνοϊκές, και αν συνεχίσουν να εφαρμόζουν ενέργειες για την ενίσχυση του συνολικού αποθέματος κεφαλαίων, έχοντας επίσης υπόψη ότι θα διεξαχθούν και stress tests φέτος. Πέρα από τις νέες εκδόσεις χρέους από τις τράπεζες, που ανέφερε ο κ. Λάμπρο, η Fitch εκτιμά ότι και οι εκδόσεις εταιρικών ομολόγων θα «πάρουν φόρα» το 2021, όπως σημείωσε στην «Κ» απαντώντας σε σχετική ερώτηση ο Αλεξ Γκρίφιθς, επικεφαλής εταιρικών αξιολογήσεων του οίκου.
 
– Κύριε Γκρίφιθς, το 2020 χαρακτηρίστηκε από πολύ χαμηλή εκδοτική δραστηριότητα από τις ελληνικές επιχειρήσεις. Φέτος αναμένετε να αλλάξει αυτό;
– Ναι, αναμένουμε περισσότερες διεθνείς εκδόσεις από ελληνικές εταιρείες το 2021, αντικατοπτρίζοντας τις ισχυρές συνθήκες της αγοράς και το γεγονός ότι οι εταιρείες θα μετακινηθούν από τη βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση «έκτακτης ανάγκης», η οποία συχνά παρέχεται από τις τράπεζες, σε πιο μακροπρόθεσμες, πιο διαφοροποιημένες λύσεις. Αλλά θα υπάρχει πάντα ένας «συμβιβασμός» για τις μεγαλύτερες εταιρείες που βγαίνουν στις αγορές σε ό,τι αφορά την τιμολόγηση, κάτι που θα αποτελέσει πολύ σημαντικό ζήτημα.