ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Στα 410 εκατ. ευρώ το τίμημα για την Εθνική Ασφαλιστική

Στον έλεγχο του CVC Capital Partners περνάει τελικά το 90% της εταιρείας

sta-410-ekat-eyro-to-timima-gia-tin-ethniki-asfalistiki

Στην πώληση αυξημένου ποσοστού, δηλαδή του 90%, της Εθνικής Ασφαλιστικής στο CVC Capital Partners αντί του 80%, που αποτελούσε τον βασικό στόχο, καταλήγει η διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας. Η απόφαση υπαγορεύθηκε, όπως όλα δείχνουν, σε μια προσπάθεια να βελτιωθεί το τίμημα μεταβίβασης της εταιρείας και να ανέλθει πάνω από τα 400 εκατ. ευρώ.

Αυτό αναφέρουν ασφαλείς πληροφορίες, βάσει των οποίων η τιμή πώλησης για το 90% κινείται κοντά στα 410 εκατ. ευρώ (άρα το 100% αποτιμάται στα 460 εκατ. ευρώ) και ουσιαστικά σημαίνει την πώληση της Εθνικής Ασφαλιστικής πολύ πιο κάτω από τη λογιστική της αξία, αλλά και την τιμή με βάση την οποία την έχει εγγράψει η τράπεζα στα βιβλία της. Να σημειωθεί ότι η λογιστική αξία της Εθνικής Ασφαλιστικής διαμορφώνεται σε 1,2 δισ. ευρώ και κατά τη χρήση του 2019 η ΕΤΕ είχε προχωρήσει στην απομείωση της αξίας της εταιρείας κατά 494 εκατ. ευρώ, εγγράφοντας τότε εφάπαξ τη σχετική ζημία, κίνηση που είχε γίνει προκειμένου να διευκολύνει τη διαπραγμάτευση με το CVC. 

Η απόκλιση από το επιδιωκόμενο τίμημα επιβεβαιώνει τη δύσκολη θέση στην οποία έχει βρεθεί στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης η διοίκηση της ΕΤΕ, η οποία προκρίνει μεν την πώληση, προκειμένου να ανταποκριθεί στις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει έναντι της DG Comp, αλλά προτίθεται να φέρει τη συμφωνία προς έγκριση στη γενική συνέλευση των μετόχων. Η έγκριση από τη γενική συνέλευση των μετόχων θα επιδιωχθεί προκειμένου στο θέμα να λάβει ανοιχτή θέση το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, που είναι ο βασικός μέτοχος της Εθνικής με ποσοστό 41%. 

Η δέσμευση πώλησης της Εθνικής Ασφαλιστικής έχει αναληφθεί έναντι της DG Comp από την ανακεφαλαιοποίηση της τράπεζας το 2013, επικαιροποιήθηκε το 2015 με τη νέα ανακεφαλαιοποίηση και εκκρεμεί από τότε. Εκτοτε και μετά τρεις ανεπιτυχείς προσπάθειες πώλησης, η διοίκηση της τράπεζας βρίσκεται ουσιαστικά «με την πλάτη στον τοίχο», σύμφωνα με τη χαρακτηριστική φράση προσώπου που γνωρίζει τις εξελίξεις, και η λύση της μεταβίβασης στο CVC φαίνεται μονόδρομος στο αδιέξοδο που έχει δημιουργηθεί. 

Η πίεση αυτή κορυφώθηκε στην τρέχουσα διαγωνιστική διαδικασία, στην οποία δεν υπήρξε άλλος ενδιαφερόμενος αγοραστής πλην του CVC, ενώ το ξέσπασμα της πανδημίας, που είχε ως αποτέλεσμα να παγιωθεί το κλίμα των χαμηλών επιτοκίων, δυσκόλεψε ακόμη περαιτέρω τη διαπραγμάτευση και οδήγησε σε ακόμη μεγαλύτερη μείωση του προσφερόμενου τιμήματος. Η δύσκολη οικονομική συγκυρία κατέστησε άλλωστε απαγορευτική την επιλογή της διάθεσης πλειοψηφικού ποσοστού στο Χρηματιστήριο, λύση που υπήρχε ως δεύτερη εναλλακτική, αλλά δεν προκρίθηκε αφού θα προεξοφλούσε ακόμη μεγαλύτερη ζημία για την τράπεζα.

Ετσι η εισήγηση του διοικητικού συμβουλίου αναμένεται να είναι η κατακύρωση της πώλησης στο CVC, βασιζόμενο σε τρεις αποτιμήσεις που έχουν μέχρι σήμερα υπάρξει από ανεξάρτητους συμβούλους, βάσει των οποίων το προσφερόμενο τίμημα είναι εντός του εύρους της τιμής αποτίμησης. Η τελική έγκριση θα δοθεί, σύμφωνα με πληροφορίες, μετά την ολοκλήρωση της έκθεσης αποτίμησης της εταιρείας που έχει αναθέσει το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας στην Barclays, προκειμένου να πιστοποιήσει το εύλογο του τιμήματος πώλησης. Η σύμφωνη γνώμη του Ταμείου έχει ζητηθεί ως βασικού μετόχου και εφόσον εξασφαλιστεί, η ολοκλήρωση της συναλλαγής τοποθετείται εντός του Μαρτίου, ώστε στη συνέχεια η συμφωνία να τεθεί στην κρίση της γενικής συνέλευσης.