ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Στο κόκκινο ο δανεισμός επιχειρήσεων και κρατών

sto-kokkino-o-daneismos-epicheiriseon-kai-kraton-561279724

Mε αφορμή τη σχετική συζήτηση του Eurogroup την περασμένη εβδομάδα και το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει το μεγαλύτερο πρόβλημα δημόσιου χρέους και μη εξυπηρετούμενων δανείων:

1 Συμφωνείτε με την πρόταση για διαγραφή δημοσίου χρέους που διακρατεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα; Ηρθε η ώρα να αλλάξουν οι κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας; 

2 Πώς πιστεύετε ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί η εκτίναξη του ιδιωτικού χρέους; Συμφωνείτε με την προσέγγιση της Κομισιόν για στοχευμένες παρεμβάσεις σε βιώσιμες επιχειρήσεις;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ, διοικητής της ΤτΕ

Αποκλείεται διαγραφή χρέους από την ΕΚΤ

sto-kokkino-o-daneismos-epicheiriseon-kai-kraton01 Το δημόσιο χρέος που διακρατεί η ΕΚΤ και το οποίο απέκτησε από την αγορά κρατικών ομολόγων μέσω των πράξεων άσκησης νομισματικής πολιτικής δεν μπορεί να διαγραφεί. Διότι αυτό θα ισοδυναμούσε με νομισματική χρηματοδότηση, η οποία απαγορεύεται από τη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενωσης (άρθρο 123) και το καταστατικό της ΕΚΤ (άρθρο 21.1). Μόνο με αλλαγή της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ε.Ε. (και του καταστατικού της ΕΚΤ), πράξη που απαιτεί ομοφωνία μεταξύ των κρατών-μελών, θα μπορούσε να επιτραπεί αυτό.

Ακόμη όμως και αν επιτρεπόταν η διαγραφή του δημόσιου χρέους που διακρατεί η ΕΚΤ, αυτό δεν θα έλυνε αυτομάτως το πρόβλημα, εφόσον δεν θεραπευτούν οι συνθήκες που οδηγούν σε υψηλό δημόσιο χρέος. Πέραν βεβαίως του ότι η διαγραφή θα προκαλούσε ζημίες στον ισολογισμό της ΕΚΤ και των άλλων κεντρικών τραπεζών του ευρωσυστήματος, οι οποίες θα επιβάρυναν άμεσα ή έμμεσα τους προϋπολογισμούς των κρατών-μελών της Ζώνης του Ευρώ.

Η Ελλάδα έχει ήδη τύχει σημαντικές μειώσεις της παρούσας αξίας του δημόσιου χρέους κατά τη διάρκεια των τριών προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής. Ως αποτέλεσμα όλων αυτών των ευνοϊκών ρυθμίσεων του δημόσιου χρέους και της δυνατότητας έκδοσης νέου χρέους με επιτόκια κοντά στο μηδέν σήμερα, οι παράμετροι βιωσιμότητάς του παραμένουν ευνοϊκές παρότι, λόγω των μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας, το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκε σε περίπου 210% το 2020.

Οι συνθήκες έχουν πλέον ωριμάσει για την αλλαγή των κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας (μετά την πανδημία, οι κανόνες βρίσκονται σήμερα σε πλήρη αναστολή), με στόχο να γίνουν πιο απλοί, κατανοητοί, μετρήσιμοι και ρεαλιστικοί. Ηδη, το Ευρωπαϊκό Δημοσιονομικό Συμβούλιο, ένας ανεξάρτητος γνωμοδοτικός οργανισμός που δημιουργήθηκε το 2016, έχει προχωρήσει σε χρήσιμες προτάσεις αναμόρφωσης των κανόνων, που συμπεριλαμβάνουν τη δημιουργία ενός μόνιμου Ευρωπαϊκού Ταμείου, στα πρότυπα του ήδη προταθέντος Ταμείου Ανάκαμψης (NGEU), που σχεδιάστηκε ως μηχανισμός εξισορρόπησης των αρνητικών επιδράσεων της πανδημίας.

Μετά τη σοβαρή επιβάρυνση του λόγου του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ για όλα τα κράτη-μέλη της Ζώνης του Ευρώ εξαιτίας της πανδημίας, η αναμόρφωση των κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας καθίσταται πρακτικά υποχρεωτική. Και αυτό διότι ο ισχύων κανόνας μέσης ετήσιας μείωσης του δημόσιου χρέους κατά το ένα εικοστό της διαφοράς μεταξύ του τρέχοντος λόγου του δημόσιου χρέους ως προς το ΑΕΠ και του τελικού στόχου, που είναι 60%, οδηγεί σε μη ρεαλιστικά αποτελέσματα δημοσιονομικής προσαρμογής, ιδίως σε κράτη-μέλη όπου ο λόγος του χρέους είναι πολύ υψηλός, οδηγώντας σε μεγάλη προκυκλική δημοσιονομική συστολή, με αρνητικές συνέπειες για τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας. 

Η συζήτηση για την αναθεώρηση των δημοσιονομικών κανόνων δεν θα είναι εύκολη. Οι νέοι κανόνες θα πρέπει να είναι ρεαλιστικοί, αξιόπιστοι, ώστε να εξασφαλίζουν την εμπιστοσύνη των αγορών, και να μη χρειάζονται πολύπλοκες και χρονοβόρες διαδικασίες αλλαγής των ευρωπαϊκών συνθηκών, παρά μόνο πολιτική στήριξη σε επίπεδο ηγετών της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Να μη στηριχθούν οριστικά μη βιώσιμες επιχειρήσεις

2 Οι κοινές δράσεις που για πρώτη φορά εφαρμόζονται στην Ε.E., και ιδιαιτέρως στη Ζώνη του Ευρώ, από ευρωπαϊκούς θεσμούς και κυβερνήσεις, αποσκοπούν, μεταξύ άλλων, στο να ελαχιστοποιηθεί η επίπτωση στον παραγωγικό ιστό των κρατών-μελών, ώστε να μην υπάρξουν μακροχρόνιες σοβαρές οικονομικές συνέπειες από την πανδημία.

Στο πλαίσιο αυτό, λαμβάνονται και μέτρα που διευκολύνουν τους δανειολήπτες να αποπληρώσουν τα χρέη τους. Σχετικά με τις επιχειρήσεις, η προσοχή στρέφεται σε αυτές που είναι βιώσιμες, αλλά αντιμετωπίζουν βραχυπρόθεσμα προβλήματα ρευστότητας. Στην περίπτωση αυτή, οι τράπεζες έχουν κάθε συμφέρον να προχωρούν, και πράγματι προχωρούν, σε ρύθμιση των χρεών τους, και μάλιστα ενθαρρύνονται από τις εποπτικές αρχές. Στην Ελλάδα αυτό λαμβάνει κυρίως τη μορφή εννεάμηνης αναστολής υποχρεώσεων (moratoria) και, μετά τη λήξη της περιόδου αναστολής, σταδιακή επιστροφή στις αρχικές τοκοχρεολυτικές δόσεις των δανείων (step-up). Οι επιχειρήσεις, αλλά και οι ιδιώτες, επίσης διευκολύνονται στην αποπληρωμή των χρεών τους μέσω κρατικών παρεμβάσεων (π.χ. κρατικές εγγυήσεις προς τράπεζες, πρόγραμμα «Γέφυρα» κ.λπ.), οι οποίες είναι κρίσιμες, ιδιαίτερα για τις μικρομεσαίες και ατομικές επιχειρήσεις.

Στην περίπτωση οριστικά μη βιώσιμων επιχειρήσεων, αυτές θα πρέπει να αφεθούν να κλείσουν. Είναι σημαντικό, στο πλαίσιο αυτό, να υπάρξει κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας για τους εργαζομένους στις εν λόγω επιχειρήσεις μετά τη λήξη των έκτακτων μέτρων στήριξης. Θα πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι το ενδεχόμενο πτώχευσης μεγάλου αριθμού μη βιώσιμων επιχειρήσεων ενέχει δημοσιονομικούς κινδύνους (μέσω καταπτώσεων κρατικών εγγυήσεων, οριστικής διαγραφής χρεών προς το Δημόσιο, πακέτων στήριξης σε ειδικές ομάδες εργαζομένων κ.λπ.), που θα επηρεάσουν την επιστροφή της χώρας στη δημοσιονομική σταθερότητα.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΤΑΪΚΟΥΡΑΣ, υπουργός Οικονομικών

Αλλαγές στο Σύμφωνο Σταθερότητας

sto-kokkino-o-daneismos-epicheiriseon-kai-kraton21 Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι πλήρως ανεξάρτητη και η λειτουργία της διέπεται από κοινά συμφωνημένους κανόνες. Μπορεί, και αυτό πράττει, να παρεμβαίνει στη δευτερογενή αγορά ομολόγων προκειμένου να επιτύχει τη θεσμική αποστολή της, που είναι η διατήρηση σταθερότητας τιμών. 

Στο πλαίσιο αυτό έχει συνεισφέρει αποφασιστικά στη διατήρηση μιας ευνοϊκής ισορροπίας στις αγορές κρατικών ομολόγων, στις οποίες όλα τα κράτη-μέλη, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, απολαμβάνουν πλήρη πρόσβαση σε ιστορικά χαμηλά επιτόκια. Στην περίπτωση της χώρας μας, καθοριστικό ρόλο στη θετική αυτή εξέλιξη παίζει και η αυξημένη αξιοπιστία της ασκούμενης –σε εθνικό επίπεδο– οικονομικής πολιτικής.

Σε ό,τι αφορά τις αλλαγές στο Σύμφωνο Σταθερότητας, είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα –θα έλεγα επιβαλλόμενη– συζήτηση, η οποία ήταν προγραμματισμένο να γίνει πριν από την πανδημία, και αναβλήθηκε εξαιτίας της ενεργοποίησης της ρήτρας γενικής διαφυγής. Αναλόγως των εξελίξεων στο πεδίο της πανδημίας, είναι πιθανό η συζήτηση αυτή να ξεκινήσει αργότερα εντός του έτους. Η γνώμη μου είναι ότι οι όποιες αλλαγές γίνουν στο Σύμφωνο Σταθερότητας θα πρέπει να εξασφαλίζουν τη μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών, να προσφέρουν τη μέγιστη δυνατή ευελιξία στην αντιμετώπιση κρίσεων, να προστατεύουν και να ενθαρρύνουν τις δημόσιες επενδύσεις, ειδικά σε τομείς προτεραιότητας όπως είναι η πράσινη και η ψηφιακή μετάβαση, και, τέλος, να χαρακτηρίζονται από διαφάνεια στον σχεδιασμό και στην εφαρμογή τους.

Η Ελλάδα, όπως πάντοτε, θα συμμετάσχει ενεργά στον ευρωπαϊκό διάλογο, συνεισφέροντας με ισχυρή βούληση και άρτια επεξεργασμένες θέσεις, εξασκώντας σταθερά έναν αξιόπιστο και εποικοδομητικό ρόλο.

Ευρωπαϊκοί κανόνες ενίσχυσης εταιρειών

2 Η υγειονομική κρίση προκάλεσε ένα πρωτόγνωρο οικονομικό σοκ, και ως εκ τούτου οποιαδήποτε πρόβλεψη καθίσταται δύσκολη. Η συνεχιζόμενη πανδημία χτυπάει άμεσα την πραγματική οικονομία, σε αντίθεση με την προηγούμενη κρίση, που επηρέασε την πραγματική οικονομία μέσα από το τραπεζικό σύστημα και την αγορά ομολόγων.

Σε αυτή την πρωτοφανώς δύσκολη συγκυρία, κύριο μέλημά μας ήταν και παραμένει η προστασία του παραγωγικού ιστού της οικονομίας, δηλαδή της απασχόλησης και των επιχειρήσεων, από κινδύνους που προέρχονται από έλλειψη ρευστότητας, μέσα από έγκαιρα και στοχευμένα μέτρα στήριξης.

Οπως δείχνουν τα στοιχεία για τις ροές εισόδου – εξόδου επιχειρήσεων και την ανεργία, η διαχείριση της κρίσης στον τομέα αυτό ήταν αποτελεσματική. Με τα σημερινά δεδομένα και για όσο καιρό διαρκεί η υγειονομική κρίση, θα ακολουθήσουμε την ίδια προσέγγιση, που αξιολογείται ως επιτυχημένη από διεθνείς θεσμούς.

Οταν τελειώσει αυτή η κρίση, σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. θα ξεκινήσει η ανασυγκρότηση και ανάταξη, με σταδιακή προσαρμογή των δημοσιονομικών μας. Η προσαρμογή αυτή θα πρέπει να είναι εναρμονισμένη σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η ταχύτητα της προσαρμογής θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το διαφορετικό μέγεθος του πλήγματος που δέχθηκαν οι εθνικές οικονομίες, κάτι που συναρτάται άμεσα με την προϋπάρχουσα διάρθρωσή τους. 

Ο πυρήνας της θα πρέπει να έχει ισορροπημένο μείγμα ανάμεσα σε δύο στοιχεία.

Πρώτο, τη μέγιστη δυνατή υποστήριξη της ανάκαμψης. Προς την κατεύθυνση αυτή, πρέπει να συνεχίσουμε να προσφέρουμε υποστήριξη στην πλευρά της προσφοράς, ώστε να επιτύχουμε την όσο το δυνατόν ομαλότερη μετάβαση από το στάδιο της κρίσης στο στάδιο της κανονικότητας.

Δεύτερο, τη λελογισμένη, αποδοτική – αποτελεσματική, δίκαιη και διαφανή αξιοποίηση των, σε κάθε περίπτωση ανεπαρκών, δημοσιονομικών πόρων.

Είμαι ρεαλιστικά αισιόδοξος για την έκβαση της προσπάθειας, παρ’ όλες τις αναμφίβολες δυσκολίες. Ανιχνεύω ότι όλοι στην Ευρώπη, διδαγμένοι από τη διαχείριση της προηγούμενης κρίσης, είμαστε εμπειρότεροι και σοφότεροι στη διαχείριση οικονομικών κρίσεων. Ειδικότερα σε ό,τι αφορά στην Ελλάδα, η κυβέρνηση και το υπουργείο Οικονομικών αντιμετωπίζουμε το ζήτημα του ιδιωτικού χρέους με υπευθυνότητα, μεθοδικότητα και σχέδιο.

Εχουμε προχωρήσει, ήδη, με σημαντική επιτυχία, στην υλοποίηση του προγράμματος «Γέφυρα», παρέχοντας ουσιαστική στήριξη στους πολίτες που δοκιμάζονται από τον οικονομικό αντίκτυπο της υγειονομικής κρίσης, ενώ δρομολογούμε ένα νέο αντίστοιχο πρόγραμμα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Επιπροσθέτως, προχωρούμε στη σταδιακή εφαρμογή της ρύθμισης οφειλών και στην παροχή δεύτερης ευκαιρίας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, που αποτελεί μία ολιστική και σύγχρονη λύση για την αντιμετώπιση του προβλήματος.

Τέλος, σε συνεργασία με το χρηματοπιστωτικό σύστημα, προωθήθηκαν παρεμβάσεις που δίνουν τη δυνατότητα στους δανειολήπτες να αναστείλουν πληρωμές δόσεων δανείων και να ρυθμίσουν τα δάνειά τους.

ΝΙΚΟΣ ΒΕΤΤΑΣ, γενικός διευθυντής ΙΟΒΕ

Μείωση του χρέους μέσω της ανάπτυξης

sto-kokkino-o-daneismos-epicheiriseon-kai-kraton41 Οι δυσκολίες στις ευρωπαϊκές οικονομίες, όπως και η διόγκωση του δανεισμού τους, είναι σε μεγάλο βαθμό αναμενόμενες, σε μια κρίση με πρωτοφανή χαρακτηριστικά. Ταυτόχρονα, κεντρική προσδοκία είναι η ανάκαμψη των οικονομιών, από την άνοιξη και μετά, ισχυρή τουλάχιστον αρχικά. Το κύριο θέμα εφεξής είναι, λοιπόν, αφενός η διαχείριση των χρεών, ειδικότερα ο επιμερισμός του κόστους ανάμεσα στα κράτη και ανάμεσα σε διαφορετικές γενεές, και αφετέρου οι τάσεις στην παραγωγικότητα.

Ακόμη και αν αυτά φαίνονται ζητήματα μελλοντικής κυρίως σημασίας, έχουν άμεση επίδραση και στις σημερινές αποφάσεις μέσω της διαμόρφωσης προσδοκιών.
Εως τώρα, η νομισματική και η δημοσιονομική πολιτική έχουν κινηθεί με τρόπο που μετρίασε το άμεσο πλήγμα στις οικονομίες και ταυτόχρονα στις μεσοπρόθεσμες προσδοκίες, όπως φαίνεται και από τις εξελίξεις των αγορών. Ομως η ανάγκη διαχείρισης των μεγάλων ανισορροπιών και της απόσυρσης των μέτρων στήριξης, χωρίς να υπονομευθεί η ανάκαμψη, θέτει σημαντικές προκλήσεις. Το επόμενο διάστημα θα πρέπει, λοιπόν, να ληφθούν κρίσιμες αποφάσεις σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η σταδιακή απομείωση των χρεών, δημόσιων και ιδιωτικών, είναι κεντρικής σημασίας. Αν και αυτή θα έχει ευεργετική επίδραση και είναι κατ’ αρχήν επιθυμητή, υπάρχουν όρια παρεμβάσεων ρυθμιστικού και διοικητικού τύπου τόσο για θεσμικούς λόγους όσο και για να μην τεθεί σε κίνδυνο η αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής. Θα απαιτηθεί προεργασία και συντονισμός ανάμεσα σε διαφορετικούς φορείς, και μάλιστα άλλους με μακρύτερους ορίζοντες, όπως οι κεντρικές τράπεζες, και άλλους με βραχύτερους, όπως οι κυβερνήσεις. Στην πορεία, κρίσιμη παράμετρος θα είναι και η εξέλιξη των τιμών. Μια άνοδος του πληθωρισμού σε επίπεδα εντός μέτρου και ελέγχου θα διευκόλυνε ουσιωδώς τη διαχείριση των χρεών.

Η πορεία των τιμών θα μπορούσε, όμως, να επιβαρύνει κυρίως τις περισσότερο αδύναμες οικονομίες. Ιδιαίτερη σημασία έχει η σχετική ανταγωνιστικότητα των οικονομιών, σε ένα περιβάλλον όπου υπάρχει ανάγκη προσέλκυσης επενδύσεων και ανακατατάξεις στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας. Ειδικότερα, στην Ευρωζώνη, οι προοπτικές για θετική αντίδραση των περισσότερο ισχυρών και των ασθενέστερων οικονομιών δεν είναι οι ίδιες. Οσες είναι περισσότερο τεχνολογικά προηγμένες, καλύτερα διασυνδεδεμένες σε εξαγωγικές αλυσίδες και με θεσμούς που ευνοούν την επιχειρηματικότητα θα εκμεταλλευθούν το ευνοïκό γύρισμα της οικονομίας πολύ περισσότερο από άλλες. Ηδη, οι οικονομίες στο κέντρο της Ευρωζώνης ενισχύουν με διάφορους άμεσους και έμμεσους τρόπους, ρυθμιστικούς ή φορολογικούς, τους δυναμικούς κλάδους τους και τις εξαγωγικές επιχειρήσεις τους. Το Ταμείο Ανάκαμψης και οι σχετικές ευρωπαϊκές αποφάσεις αποτελούν θετική εξέλιξη, ωστόσο δεν πρέπει να υποτιμάται πως η δυνατότητα ουσιαστικής εκμετάλλευσης των πόρων από τις περισσότερο ασθενείς, θεσμικά και τεχνολογικά, οικονομίες είναι περισσότερο περιορισμένη από ό,τι για άλλες.

Συνολικά, οι κινήσεις για μείωση του βάρους των δημόσιων χρεών στην Ευρώπη πρέπει να είναι συντονισμένες και κυρίως στοχευμένες στην ενδυνάμωση της ανάπτυξης. Για τις σχετικά ασθενέστερες οικονομίες, αυτή σημαίνει επίσης υποβοήθηση στη διαμόρφωση πλαισίου για συστηματική αύξηση των επενδύσεων, δημόσιων και ιδιωτικών.

Ευκαιρία για αλλαγή αναπτυξιακού προτύπου

2 Μεσοπρόθεσμα, η συστηματική και ισχυρή ανάπτυξη έπειτα από κρίσεις πρέπει να στηρίζεται σε θετική εξέλιξη της παραγωγικότητας. Ως προς αυτό, η τεχνολογική πρόοδος έχει επιταχυνθεί σε πολλούς τομείς μέσα στην πανδημία, το ίδιο και η ενσωμάτωση καινοτομίας σε πολλές επιχειρήσεις και στον δημόσιο τομέα, ενώ έως τώρα δεν έχει υπάρξει ουσιώδης ζημιά στον παραγωγικό ιστό και στο διεθνές εμπόριο. Βέβαια, οι εξελίξεις δεν είναι ομοιόμορφες σε όλους τους κλάδους και τα κράτη.

Η διαχείριση χρεών μέσα από την ανάπτυξη προϋποθέτει σχηματικά πως το κόστος αναχρηματοδότησης δεν υπερβαίνει αθροιστικά τον πραγματικό ρυθμό μεγέθυνσης της οικονομίας και τον πληθωρισμό. Αυτά τα μεγέθη βρίσκονται σε αλληλεξάρτηση, ενώ η εξέλιξη των επιτοκίων και των τιμών επηρεάζεται σημαντικά και από τις διεθνείς εξελίξεις. Οι αποφάσεις πολιτικής, όμως, που θα επιτρέψουν ένα συστηματικά υψηλό ρυθμό μεγέθυνσης αφορούν κυρίως τη χώρα και προϋποθέτουν σταδιακή μεν αλλά αποφασιστική αλλαγή αναπτυξιακού προτύπου. Η νέα κρίση επαναφέρει στο προσκήνιο επώδυνες ανισορροπίες της οικονομίας μας και υπενθυμίζει πως η απόσταση από πολλές άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες παραμένει μεγάλη. Το έντονο πρόβλημα της ανεργίας κρύβεται κάτω από τις επιδοτήσεις, ενώ υπάρχουν αρνητικές τάσεις διαμόρφωσης εργατικού δυναμικού και αντιστοίχισης δεξιοτήτων με περιοχές νέας ζήτησης. Το δημοσιονομικό έλλειμμα διογκώνεται με ανησυχητικές τάσεις. Το συστηματικό έλλειμμα εξαγωγών στους τομείς μεταποίησης και τεχνολογίας φαίνεται ακόμη περισσότερο επικίνδυνο όταν τα τουριστικά έσοδα υποχωρούν. 

Στη σημερινή συγκυρία, το πώς θα γίνει η διαχείριση του χρέους του ιδιωτικού τομέα αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τις προοπτικές ανάπτυξης της οικονομίας συνολικά. Η απελευθέρωση και μετακίνηση κεφαλαίου από θνησιγενείς επιχειρήσεις προς άλλες περισσότερο δυναμικές πρέπει να είναι κεντρική και άμεση προτεραιότητα, παρά τις σημαντικές τριβές που αναπόφευκτα θα προκληθούν.