ΑΝΑΛΥΣΗ

Η Βρετανία περνάει τον «κάβο»

i-vretania-pernaei-ton-kavo-561283567

Ο Ρίσι Σουνάκ ίσως και να μην κατορθώσει να εκμεταλλευθεί το προβάδισμα το οποίο έχει η Βρετανία χάρη στα εμβόλια. Ο υπουργός Οικονομικών του Ηνωμένου Βασιλείου επιβεβαίωσε χθες ότι θα συνεχίσει να καλύπτει τους μισθούς των Βρετανών που έχουν πληγεί από την πανδημία μέχρι τον Σεπτέμβριο. Αυτό μοιάζει να έχει λογική, όχι όμως και η απόφαση να δοθεί προτεραιότητα σε μακροπρόθεσμες αυξήσεις φόρων έναντι των δημοσίων επενδύσεων.

Οι προοπτικές της οικονομίας της Βρετανίας βελτιώθηκαν από πέρυσι τον Νοέμβριο. Τότε, το Γραφείο Προϋπολογισμού υπολόγισε ότι ο ιός θα οδηγούσε τον κρατικό δανεισμό στο να υπερβεί φέτος τα επίπεδα των 400 δισ. στερλινών (ήτοι 462,68 δισ. ευρώ). Τώρα η πρόβλεψη είναι πως θα φτάσει τα 355 δισ. λίρες και το ΑΕΠ θα ανακάμψει στα προ πανδημίας επίπεδα έως τα μέσα του 2022, δηλαδή έξι μήνες νωρίτερα από ό,τι ορισμένοι φοβούνταν. Ας είναι καλά το γρήγορο πρόγραμμα εμβολιασμού της κυβέρνησης και το ότι απεφεύχθη μια έξοδος της Βρετανίας από την Ε.Ε. άνευ συμφωνίας, το οποίο θα είχε αφαιρέσει από την παραγωγή της χώρας 2 ποσοστιαίες μονάδες.

Εκ πρώτης όψεως, η φορολογική πρόταση Σουνάκ πιο πολύ μοιάζει με δωρεά. Κατά το οικονομικό έτος το οποίο λήγει στις 31 Μαρτίου του 2022 θα προσθέσει δανεισμό 60 δισ. στερλινών, ώστε να χρηματοδοτήσει επιπλέον μέτρα στήριξης και να δώσει σοβαρά κίνητρα στις επιχειρήσεις να κάνουν κεφαλαιακές επενδύσεις υπό τη μορφή εργαλείου μείωσης των φορολογικών υποχρεώσεών τους. Αλλά μέσα σε τρία χρόνια θα μειώσει τον δανεισμό στα επίπεδα των 30 δισ. λιρών ετησίως, αυξάνοντας σε μεγάλο βαθμό τον εταιρικό φόρο από το 19% στο 25%. Η απόφαση του υπουργού Οικονομικών να επιβάλει σκληρά μέτρα στις επιχειρήσεις αντί στα ήδη χειμαζόμενα νοικοκυριά μοιάζει έξυπνη πολιτικά. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποφέρει καρπούς εάν οι επιχειρήσεις παύσουν τις επενδύσεις λόγω ανησυχίας για αύξηση των φόρων. 

Τα νέα μέτρα αναθέρμανσης της βρετανικής οικονομίας φαίνονται λίγα εν συγκρίσει με το τεράστιο πρόγραμμα του 1,9 τρισ. δολαρίων του Αμερικανού προέδρου Τζο Μπάιντεν, το οποίο αντιστοιχεί στο 9% του ΑΕΠ της χώρας. Επιπλέον, υστερούν και έναντι των όσων προτείνει το ερευνητικό ίδρυμα Resolution Foundation, τα οποία θα ανέρχονταν σε 100 δισ. λίρες, θα απευθύνονταν σε Βρετανούς και Βρετανίδες χαμηλών εισοδημάτων και θα ισοδυναμούσαν με το 5% του ΑΕΠ. Η απόφαση της κυβέρνησης να μην κάνει μεγαλύτερο βήμα σχετίζεται με το Γραφείο Προϋπολογισμού, το οποίο πιστεύει ότι η επιβράδυνση της οικονομίας, όπως μετριέται βάσει του λεγόμενου «κενού παραγωγής», είναι μικρή. Εντούτοις, το ΔΝΤ καθώς και άλλοι φορείς πιστεύουν ότι αυτό το κενό, και συνεπώς η ανάγκη για τόνωση της οικονομίας, μπορεί να είναι πιο αισθητό.